φενεος

Ιησούς Σινά

Εγώ πατήρ, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφεύς, εγώ ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος, παν όπερ αν θέλεις εγώ. Μηδενός εν χρεία καταστείς. Εγώ δουλεύσω.

Ήλθον γαρ διακονήσαι, ου διακονηθήναι. Εγώ και φίλος και ξένος και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μήτηρ. Πάντα εγώ.

Μόνον οικείως έχε προς εμέ. Εγώ πένης δια σέ και αλήτης δια σέ, επι σταυρού δια σέ, άνω υπέρ σου εντυγχάνω τω Πατρί κάτω υπέρ σου πρεσβευτής παραγέγονα παρά του Πατρός.

Πάντα μοι σύ και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος.

Τι πλέον θέλεις;

Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Ψηγματα all

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γονείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γονείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Μαΐου 2022

Εφηβική λογοτεχνία.Τα βήματά μου στους Αγίους Τόπους

 


«Εκεί στο κέντρο της Γης που οι αποστάσεις σε μεταφέρουν, σε συγκλονίζουν και  σε σημαδεύουν. Εκεί που ακούγεται ο ψίθυρος της καρδιάς σου, εκεί  που  αισθάνεσαι το δάκρυ της ψυχής σου να στάζει αβίαστα, εκεί που τα Ουράνια…χαμηλώνουν!

Εκεί στην Αγία Γη η Μαρία πατά για πρώτη φορά στη ζωή της τα Άγια χώματα, ακολουθώντας τα βήματα του Χριστού και μας μοιράζει όμορφες εικόνες γεμάτες ζωή και συναισθήματα.

Μας συνοδεύει  σ’ένα ταξίδι ονείρου και μας ακουμπά στην πραγματικότητα, σε μια γέφυρα Ζωής, που αγγίζει την παιδική και εφηβική ψυχή. Μας δημιουργεί την επιθυμία και την ανάγκη   να βρεθούμε και εμείς  Εκεί, προσκυνητές της αγάπης Του!».

Υ.Γ Ένα μικρο απόσπασμα από το βιβλίο που σκέφτηκα  να το μοιραστώ μαζί σας…

 

 

 Εκδόσεις Αθως

 

 

 

 

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019

Οταν το παιδί δεν υπάκουει και αντιδρά, πώς πρέπει να φερθούν οι γονείς;









- Γέροντα, όταν το παιδί δεν υπάκουη και αντιδρά, πώς πρέπει να φερθούν οι γονείς; 


- Για να μην υπάκουη το παιδί και να φέρεται άσχημα, κάτι θα φταίει. Μπορεί να βλέπει άσχημες σκηνές ή να ακούει άσχημα λόγια μέσα στο σπίτι ή έξω από αυτό. Πάντως τα παιδιά στα πνευματικά θέματα τα βοηθούμε κυρίως με το παράδειγμα μας, όχι με το ζόρισμα. Περισσότερο μάλιστα τα βοηθάει ή μητέρα με το παράδειγμα της, με την υπακοή της και τον σεβασμό της προς τον σύζυγο. Αν σε κάποιο θέμα έχει διαφορετική γνώμη από εκείνον, ποτέ να μην την εκφράζει μπροστά στα παιδιά, για να μην το εκμεταλλεύεται ο πονηρός. Ποτέ να μη χαλάει τον λογισμό των παιδιών για τον πατέρα. Ακόμη και αν φταίει ο πατέρας, να τον δικαιολογεί. Αν λ.χ. φερθεί άσχημα, να πει στα παιδιά: «ο μπαμπάς είναι κουρασμένος, γιατί ξενύχτησε, για να τελειώσει μια επείγουσα δουλειά. Και αυτό για σας το κάνει».
Πολλοί γονείς μαλώνουν μπροστά στα παιδιά και τους δίνουν άσχημα μαθήματα. Τα καημένα τα παιδιά θλίβονται. Αρχίζουν μετά οι γονείς, για να τα παρηγορήσουν, να τους κάνουν όλα τα χατίρια. Πηγαίνει ο πατέρας και καλοπιάνει το παιδί: «τι θέλεις, χρυσό μου, να σου πάρω;». Πηγαίνει και ή μάνα, το καλοπιάνει κι εκείνη και τελικά τα παιδιά μεγαλώνουν με νάζια και καμώματα και υστέρα, αν δεν μπορούν οι γονείς να τους δώσουν ότι τους ζητούν, τους απειλούν ότι θα αυτοκτονήσουν...
Όταν τα παιδιά βλέπουν τους γονείς τους να έχουν αγάπη μεταξύ τους, να έχουν σεβασμό, να φέρονται με σύνεση, να προσεύχονται κ.λπ., τότε αυτά τα τυπώνουν στην ψυχή τους. Γι' αυτό λέω ότι ή καλύτερη κληρονομιά, που μπορούν να αφήσουν οι γονείς στα παιδιά τους, είναι να τους μεταδώσουν την δική τους ευλάβεια... 


Αγιος Παΐσιος ο αγιορείτης 

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2019

Ο Παράξενος πόλεμος... Όμως αυτά κι αν ήταν χαρούμενα Χριστούγεννα!...





-  Αρκετά πια! Μπουχτίσαμε με τον σπουδαίο σας Θεό!
Ο Αντώνης χτύπησε με έξαψη τη γροθιά του στο χέρι της πολυθρόνας.
Δεν είχε πει καλά-καλά την καλημέρα του. Η Χριστίνα δεν είχε προλάβει να συνέλθει από το ξάφνιασμά της, καθώς τον είδε άξαφνα μπροστά της. Ήταν ακόμα όρθιος μπροστά στην πόρτα, με το τσαντάκι του υπό μάλης κι ένα αδιόρατο χαμόγελο παγωμένο στο ανέκφραστο πρόσωπό του.
Με το άνοιγμα της πόρτας μια ψιλή παιδική φωνή από το μέσα δωμάτιο έφερε ως έξω δροσερές νότες από κάλαντα και γιορτινές μελωδίες. Κι αυτό ήταν αρκετό για να κεντρίσει αμέσως τον επισκέπτη. Τα χείλη του συσπάστηκαν ειρωνικά.
-  Με τέτοια παραμύθια κοιμίζεις ακόμα τα παιδιά σου; πέταξε πικρόχολα στη νύφη του.
Και χωρίς να περιμένει να του το πουν, πέρασε μέσα, πέταξε το τσαντάκι του στο τραπεζάκι του σαλονιού κι απλώθηκε στη φαρδειά πολυθρόνα.
Η Χριστίνα πειράχτηκε με το θράσος του. Χρόνια είχε ο νεότερος αδελφός του άντρα της να πατήσει στο σπίτι τους. Έκρυψε την ενόχλησή της όμως και δε μίλησε.
Ο Αντώνης δήλωνε άθεος - καμάρωνε άλλωστε πολύ γι’ αυτό - και δεν έχασε την ευκαιρία ν’ αρχίσει αμέσως την «υψηλή θεολογία» του.
-  Θα ’θελα να ’ξερα πού κρύβεται αυτός ο περίφημος Θεός σας, που λέτε πως κατέβηκε στη γη. Πού εξαφανίζεται, όταν εδώ τον χρειαζόμαστε τόσο πολύ; Γιατί κάνει τον κουφό, κάθε φορά που τον καλούμε απεγνωσμένα για βοήθεια;
-  Τί θες να πεις; είπε ξερά η Χριστίνα.
-  Δε βλέπω τον Θεό σας να νοιάζεται καθόλου, αν και το κακό πλημμύρισε τον κόσμο. Γι’ αυτό είμαι άθεος! Μιλάω με την απλή, τετράγωνη λογική. Αν υπάρχει, γιατί δεν σταματάει τον πόλεμο, την εκμετάλλευση, τη δυστυχία;
-  Δεν είναι απλή η λογική σου, μα απλοϊκή. Οι άνθρωποι τα κάνουν όλ’ αυτά με τη δική τους θέληση. Γιατί φορτώνεις την ευθύνη στον Θεό;
-  Οι άνθρωποι τα κάνουν βέβαια, μα πού ’ναι τος αυτός για να τους σταματήσει;
Η Χριστίνα ξεσπάθωσε.
-  Θα προτιμούσες δηλαδή να επεμβαίνει δυναμικά; Να πας να κάνεις το κακό και να σε σταματάει με το ζόρι; Να ρίχνει κεραυνό σε κάθε σου παρεκτροπή; Τον θέλεις χωροφύλακα να σε αστυνομεύει; Να καταργήσει την ελευθερία σου; Ε; Αυτό θα ’θελες; Δεν το πιστεύω! Γιατί τότε, πρώτος εσύ θα επαναστατούσες εναντίον του. Θα ’θελες τον Θεό δικτάτορα; Όχι, φίλε μου! Το μεγαλείο του είναι ακριβώς να σ’ έχει ελεύθερο, να διαλαλείς την αθεΐα σου. Να τον αμφισβητείς και να τον απορρίπτεις. Κι όχι απλώς να σε ανέχεται όταν το κάνεις αυτό, αλλά να σ’ αγαπάει κι από πάνω. Το κακό το πολεμάει ο Θεός, μα όχι όπως νομίζεις εσύ. Έχει δικό του τρόπο. Χωρίς να πάψει ν’ αγαπάει αυτόν που το κάνει.
Η Χριστίνα είχε πάρει φόρα για τα καλά. Ο Αντώνης πήγε κάτι να πει, μα την ίδια στιγμή μια εσωτερική πόρτα άνοιξε και στον διάδρομο φάνηκε ο αδελφός του. Με το που είδε τον Αντώνη γούρλωσε τα μάτια του.
- Εσύ από ’δω; Πώς ήταν αυτό; Κάτι συμβαίνει σίγουρα! Αλλιώς δεν θα μας θυμόσουνα ποτέ. Μήπως η μάνα μας;
-  Ναι! Είναι δυο μέρες τώρα. Μάλλον εγκεφαλικό. Χρειάζεται πλέον άνθρωπο.
-  Μα εσείς δεν μένετε μαζί της;
-  Εμείς δεν μπορούμε. Η γυναίκα μου το δήλωσε. Άλλωστε έχουμε προγραμματίσει Ιταλία για τα Χριστούγεννα. Δεν γίνεται ν’ αλλάξουμε!
-  Ειδοποίησες την αδελφή μας στην Αθήνα;
-  Η Βέτα το ’κοψε ορθά-κοφτά. Δεν έρχεται. Δεν μπορεί, λέει, να νταντεύει αρρώστους.
-  Μα είναι η μόνη ελεύθερη, χωρίς υποχρεώσεις. Αν δεν μπορεί αυτή, ποιός μπορεί;
-  Εσείς φυσικά! Δεν απομένει άλλος! απάντησε με μια νότα ειρωνείας και κυνισμού ο Αντώνης.
-  Μπα! Είμαστε χρήσιμοι τώρα; Γίναμε καλοί; Μας έχετε ανάγκη, ε; Αλλιώς δεν θα ρωτούσατε ούτε αν ζούμε! ξέσπασε η Χριστίνα ξαναμμένη.
Αυτό της έλειπε τώρα! Να ξεσηκωθεί χριστουγεννιάτικα. Να μετακομίσει στο χωριό, δυό ώρες μακριά με τ’ αυτοκίνητο, στην πεθερά της. Ήταν το τελευταίο πρόσωπο που θα ’θελε να δει.
Η σκέψη της κάλπασε γοργά προς τα πίσω, σε μνήμες που ’χε προσπαθήσει να απωθήσει στη λήθη. Από την πρώτη στιγμή που μπήκε στην οικογένεια του άντρα της, ήταν η ανεπιθύμητη. Η πεθερά της δεν έπαψε ούτε στιγμή να της δείχνει τη βαθειά της αντιπάθεια. Δεν τη θεωρούσε άξια για τον γιο της. Προσπάθησε να τους χωρίσει, μα δεν τα κατάφερε. Ούτε όμως και παραιτήθηκε ποτέ απ’ τον σκοπό της. Δέκα χρονών ο πρώτος εγγονός που της χάρισαν, κι αυτή ακόμα πολεμούσε να διαλύσει τον γάμο τους.
Η Χριστίνα πάλεψε να την προσεγγίσει, μα στάθηκε αδύνατο. Η πεθερά της φρόντισε να μεταδώσει την απέχθεια για τη νύφη της και στ’ άλλα της παιδιά. Και τους έβαλαν όλοι στο περιθώριο. Πέντε χρόνια σχεδόν τώρα οι επαφές τους ήταν κομμένες.
Μα να, που τώρα η παραγκωνισμένη νύφη ήταν χρήσιμη. Η Χριστίνα βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Όλο αυτό το διάστημα είχε προσπαθήσει σιγά-σιγά να δαμάσει το πάθος για την πεθερά της. Αγωνίστηκε σκληρά. Τελικά, ακολουθώντας τη φωνή του Θεού και της συνείδησής της και για χάρη του άντρα της, κατάφερε να τη συγχωρήσει. Η ψυχή της είχε ηρεμήσει.
Μα τώρα το πράγμα έπαιρνε άλλη τροπή. Της ζητούσαν πάρα πολλά. Αρχικά απέρριψε κάθε σκέψη να ξαναβρεθεί κοντά στην πεθερά της. Μα όταν πέρασε η πρώτη εντύπωση, κάθισε και το κουβέντιασε με τον άντρα της. Έβλεπαν πως ήταν αναπόφευκτο.
Μέσα από δισταγμούς και υπαναχωρήσεις πήρε επιτέλους την απόφαση να διασχίσει τον Ρουβίκωνα. «Ο κύβος ερρίφθη».
…Με τη βαλίτσα στο χέρι η νέα γυναίκα γύρισε το πόμολο και μπήκε στο δωμάτιο. Στο τρίξιμο της πόρτας η άρρωστη μισάνοιξε τα μάτια της, ενώ μια φευγαλέα ελπίδα ανατάραξε την καρδιά της. Το αδυνατισμένο μυαλό της είχε κολλήσει σε μια και μόνο σκέψη: Η Βέτα! Από στιγμή σε στιγμή θα ’ρχόταν η κόρη της, η Αθηναία, που σαν ελεύθερη που ήταν, θα ’τρεχε δίπλα στην ανήμπορη μάνα της.
-  Ήρθες, Βέτα; φώναξε ξεψυχισμένα, ενώ τα θαμπωμένα μάτια της πάσχιζαν να ξεδιαλύνουν τη μορφή του ανθρώπου που διαγραφόταν στο άνοιγμα της πόρτας.
Ο γιος της ο Αντώνης που ερχόταν παραπίσω, προσπέρασε την επισκέπτρια και πλησίασε την άρρωστη.
-  Όχι, μάνα, δεν ήρθε η Βέτα κι ούτε θα ’ρθει. Η νύφη σου είναι, η Χριστίνα.
Η άρρωστη ξανάκλεισε τα μάτια της και δε μίλησε. Ένα δάκρυ στην άκρη των βλεφάρων της φανέρωνε τη βαθειά της απογοήτευση.
Φανερά ταραγμένη η Χριστίνα, παλεύοντας ακόμα με τον εαυτό της, προχώρησε με κόπο στο δωμάτιο. Κοίταξε την άρρωστη. Δεν έβλεπε μπροστά της τη δυναμική γυναίκα που ήξερε. Το εγκεφαλικό την τσάκισε σαν δέντρο που το χτύπησε ο κεραυνός. Μπροστά της κειτόταν ένα ερείπιο. Μισοπαράλυτο το κορμί, παραδαρμένη η σκέψη. Μα κι έτσι πάλι, δεν μπόρεσε να εμποδίσει το κύμα της αποστροφής που τη συντάραξε σύγκορμα στην πρώτη θέα της εχθράς της.
Όμως το είχε αποφασίσει πως θα ’κανε το καθήκον της και θα το ’κανε καλά. Πολέμησε κάθε συναίσθημα και σκέψη που την ξεστράτιζε απ’ τον σκοπό της.
Στρώθηκε αμέσως στη δουλειά. Συγύριζε, έπλενε, τάιζε την άρρωστη, της έδινε τα φάρμακα, καθόταν δίπλα της για συντροφιά.
-  Πρέπει να τα κάνω όλα σωστά, επαναλάμβανε συνέχεια μέσα της δίνοντας κουράγιο στον εαυτό της.
Όταν τέλειωνε τις δουλειές, έπαιρνε ένα βιβλίο και διάβαζε σιγανά κοντά στο μαξιλάρι της άρρωστης με την ελπίδα πως την άκουγε.
Εκείνη δε μίλαγε ποτέ. Κρατούσε τα μάτια της κλειστά. Στο πρόσωπό της αποτυπώθηκε μόνιμα μια πέτρινη παγερή έκφραση. Ήταν σύμπτωμα της αρρώστιας της; Ή συνέχιζε αμείλικτα τον πόλεμο με τη νύφη της; Η Χριστίνα δεν μπορούσε να μαντέψει.
Στη δική της όμως καρδιά συνέβαινε η αλλαγή. Άρχισε να υποχωρεί η παλιά της απέχθεια. Γεννιόταν μέσα της και θέριευε σιγά-σιγά κάποια συμπόνια για τη θρυμματισμένη ύπαρξη που ’χε μπροστά της. Έπαψε να τη βλέπει εχθρικά. Προσπαθούσε να βλέπει μόνο τον άνθρωπο που πονούσε και βασανιζόταν. Την τσαλαπατημένη εικόνα του Θεού που υπέφερε. Μια καλοσύνη άρχισε σιγά-σιγά να ξεπηδάει απ’ την καρδιά της.
Η βδομάδα πέρασε χωρίς ν’ αλλάξει τίποτε στην καθημερινή ρουτίνα. Ξημέρωναν Χριστούγεννα. Η Χριστίνα κατάκοπη απ’ την αγρύπνια και την κούραση ξεκίνησε το πρωινό τακτοποίημα. Μια ελαφριά μελαγχολία είχε απλωθεί στην καρδιά της. Αλλιώς σχεδίαζε με τα παιδιά της και τον άντρα της τα φετινά τους Χριστούγεννα.
Τέλειωσε τις δουλειές της με την άρρωστη και κάθισε δίπλα της, όπως το συνήθιζε, να πάρει ανάσα. Άνοιξε την τσάντα της. Σήμερα πήρε στα χέρια τη μικρή της Βίβλο. Άρχισε να διαβάζει απ’ την αρχή. Από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου που ιστορούσε τη Γέννηση του Χριστού.
Διάβαζε σιγανά και καθαρά και κάπου-κάπου έριχνε κλεφτές ματιές στην άρρωστη. Προχώρησε και στ’ άλλα κεφάλαια, έφτασε στην «επί του όρους ομιλία». Διάβασε μακαρισμούς, θαύματα, παραβολές. Κάποια στιγμή πρόφερε τα λόγια: «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς…».
Ξανάριξε το βλέμμα της στην άρρωστη, μα αυτό που είδε την τάραξε. Είχε γυρίσει προς το μέρος της και με μάτια ολάνοιχτα την κοίταζε. Το πρόσωπό της ήταν πλημμυρισμένο στα δάκρυα. Η Χριστίνα σηκώθηκε ξαφνιασμένη.
-  Μάνα! φώναξε αυθόρμητα.
Πώς βγήκε αυτή η λέξη από το στόμα της; Πρώτη φορά την είπε έτσι στα δεκαπέντε χρόνια που ήταν παντρεμένη.
Η άρρωστη σάλεψε με κόπο το μισοπαράλυτο χέρι της. Φάνηκε σαν κάτι ν’ αποζητάει. Έπιασε το χέρι που της άπλωσε η Χριστίνα και με τη λίγη δύναμη που της απόμενε, το ’σφιξε σιγανά. Τα χείλη της τρεμούλιασαν…
-  Συχώρεσέ με, κόρη μου!… Συχώρεσέ με!…
Σαν ξεψυχισμένη πνοή ανέμου βγήκε η φωνή από το στόμα της. Κοβόταν από λυγμούς. Η Χριστίνα έγειρε τρυφερά πάνω της και οι δυό γυναίκες, για πρώτη φορά, φιλήθηκαν. Για πρώτη φορά οι ματιές τους, μέσα από ζεστά αχτινοβόλα δάκρυα, αποζήτησαν να σμίξουν η μια με την άλλη σ’ ένα γλυκό, αισθαντικό αντάμωμα.
Να λοιπόν, που ο Θεός κατέβηκε στη γη - ποιός είπε πως δεν κατεβαίνει; - πολέμησε το κακό με την αγάπη του και το νίκησε. Αυτός είναι ο δικός του τρόπος. Πολεμάει το κακό, μα όχι τον άνθρωπο που το κάνει. Δεν εξοντώνει τους κακούς, μα τους μεταμορφώνει. Τους θέλει κοντά του κι αυτούς. Δεν τους συντρίβει. Παιδιά του είναι κι αυτοί, τους αγαπάει.
-  Πού είσαι, Αντώνη, να δεις πόσο παράξενα πολεμάει ο Θεός;
Η Χριστίνα τηλεφώνησε αμέσως στον άντρα της, που το μεσημεράκι κατέφθασε με τα παιδιά τους.
Αυτά κι αν ήταν χαρούμενα Χριστούγεννα!...

π. Δημητρίου Μπόκου

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2018

Μάθετε τα παιδιά μας να ζητούν τη βοήθεια του Θεού. Άγιος Πορφύριος



Το φάρμακο και το μεγάλο μυστικό για την πρόοδο των παιδιών είναι η ταπείνωση. Η εμπιστοσύνη στον Θεό δίδει απόλυτη ασφάλεια. Ο Θεός είναι το παν. Δεν μπορεί κανείς να πει ότι εγώ είμαι το παν. Αυτό ενισχύει τον εγωισμό. Ο Θεός θέλει να οδηγούμε τα παιδιά στην ταπείνωση. Τίποτα δεν θα κάνομε κι εμείς και τα παιδιά χωρίς την ταπείνωση. Θέλει προσοχή, όταν ενθαρρύνετε τα παιδιά. Στο παιδί δεν πρέπει να λέτε: «Εσύ θα τα καταφέρεις, εσύ είσαι σπουδαίος, είσαι νέος, είσαι ανδρείος είσαι τέλειος!...». Δεν το ωφελείτε έτσι το παιδί. Μπορείτε, όμως, να του πείτε να κάνει προσευχή. Να  του πείτε: «Παιδί μου, τα χαρίσματα που έχεις, ο Θεός σου τα έδωσε. Προσευχήσου να σου δώσει ο Θεός δυνάμεις, για να τα καλλιεργήσεις και να πετύχεις. Να σου δώσει ο Θεός την Χάρη Του». Τούτο δω είναι το τέλειο. Σ' όλα τα θέματα να μάθουν τα παιδιά να ζητάνε τη βοήθεια του Θεού.
Στα παιδιά ο έπαινος κάνει κακό. Τι λέει ο λόγος του Θεού; «Λαός μου, οι μακαρίζοντες υμάς πλανώσιν υμάς και την τρίβον των ποδών υμών ταράσσουσιν»[5]. Όποιος μας επαινεί, μας πλανάει και μας χαλάει τους δρόμους της ζωής μας. Πόσο σοφά είναι τα λόγια του Θεού! Ο έπαινος δεν προετοιμάζει τα παιδιά για καμιά δυσκολία στη ζωή και βγαίνουν απροσάρμοστα και τα χάνουν και τελικά αποτυγχάνουν. Τώρα ο κόσμος χάλασε. Στο μικρό παιδάκι λένε όλο επαινετικά λόγια. Μην το μαλώσομε, μην του εναντιωθούμε, μην το πιέσομε το παιδί. Μαθαίνει, όμως έτσι και δεν μπορεί ν' αντιδράσει σωστά και στην πιο μικρή δυσκολία. Μόλις κάποιος του εναντιωθεί, τσακίζεται, δεν έχει σθένος.
Οι γονείς ευθύνονται πρώτοι για την αποτυχία των παιδιών στη ζωή και οι δάσκαλοι και καθηγητές μετά. Τα επαινούν διαρκώς. Τους λένε εγωιστικά λόγια. Δεν τα φέρνουν στο Πνεύμα του Θεού, τ' αποξενώνουν απ' την Εκκλησία. Όταν μεγαλώσουν λίγο τα παιδιά και πάνε στο σχολείο μ' αυτό τον εγωισμό, φεύγουν απ' τη θρησκεία και την περιφρονούν, χάνουν το σεβασμό προς τον Θεό, προς τους γονείς, προς όλους. Γίνονται ατίθασα και σκληρά και άπονα, χωρίς να σέβονται ούτε τη θρησκεία ούτε τον Θεό. Βγάλαμε στη ζωή εγωιστές και όχι Χριστιανούς.

Άγιος Πορφύριος

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Να εμπιστευθούν οι γονείς τα παιδιά τους στον Θεό.



  Ο Θεός έδωσε στους Πρωτοπλάστους, στον Αδάμ και την Εύα, την μεγάλη ευλογία να γίνονται συνδημιουργοί Του. Στην συνέχεια οι γονείς, οι παππούδες κλπ. είναι και αυτοί συνδημιουργοί με τον Θεό, γιατί δίνουν το σώμα, ενώ ό Θεός δίνει την ψυχή.
Ο Θεός είναι κατά κάποιον τρόπο υποχρεωμένος να νοιαστεί για τα παιδιά. Όταν βαπτιστή το παιδάκι, ό Θεός διαθέτει και έναν Άγγελο, για να το προστατεύει, οπότε το παιδί προστατεύεται από τον Θεό, από τον Φύλακα Άγγελο και από τους γονείς. Ό Φύλακας Άγγελος είναι συνέχεια κοντά του και το βοηθάει. Όσο μεγαλώνει το παιδί, τόσο οι γονείς απαλλάσσονται από τις ευθύνες. Αν οι γονείς πεθάνουν, ό Θεός, και από ψηλά και από κοντά, αλλά και ό Φύλακας Άγγελος από κοντά, συνεχίζουν για πάντα να προστατεύουν το παιδί.


Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Τότε που η ηλικία ήταν ακόμα τρυφερή τότε έπρεπε να είχες ξερριζώσει τα αγκάθια.

 agkathi22.jpgΑν πρόκειται να μας ζητηθούν ευθύνες για τους άλλους ανθρώπους -εφόσον μας έχει πει ο απόστολος Παύλος : κανένας να μην ζητάει το δικό του, αλλά καθένας να φροντίζει για το συμφέρον του άλλου. (Α Κορ. 10, 24)- πόσο περισσότερο θα είμαστε υπόλογοι για την έλλειψη της φροντίδα μας προς τα παιδιά μας;

Θα μας πει ο Θεός: Δεν το  χες το παιδί κοντά σου από βρέφος; Δεν σε έχω ορίσει δάσκαλό του, προστάτη, κηδεμόνα και οδηγό του; Δεν το είχα αφήσει ολοκληρωτικά στα χέρια σου;



Σου έχω δώσει εντολή, να το διαπλάσεις από πολύ μικρό και να το παιδαγωγήσεις σωστά. Νομίζεις ότι θα βρεις έλεος, αν αδιαφορήσεις και το αφήσεις να χαθεί;

Τι έχεις να απαντήσεις πάνω σ  αυτά άνθρωπέ μου;

 Μήπως θα μου πεις, ότι τώρα που μεγάλωσε το παιδί, είναι για μένα δύσκολο αυτό το έργο και σκληρό; Αυτό άνθρωπέ μου έπρεπε να το είχες υπολογίσει από τότε, που το παιδί ήταν μικρό και εύπλαστο και μπορούσε εύκολα να υπακούει. Από τότε έπρεπε να το διαπαιδαγωγήσεις προσεκτικά και να το συνηθίσεις να κινείται και να σκέπτεται σωστά. Από τότε έπρεπε να το διορθώνεις και να κόβεις τις αδυναμίες του. Τότε που η ηλικία ήταν ακόμα τρυφερή και όλα ήταν πιο εύκολα. Τότε έπρεπε να είχες ξερριζώσει τα αγκάθια.

 Αν δεν τα παραμελούσες τότε που αναπτύσσονταν τα πάθη, δεν θα είχαν τώρα ριζώσει και δεν θα ήσαν σήμερα δυσκολοθεράπευτα. Γι  αPτx ακριβώς μας παραγγέλει η Αγ. Γραφή και μας λέει: Κάνε το παιδί σου, να σκύψει το κεφάλι, από τη μικρή του κιόλας ηλικία, τότε που είναι πιο εύκολη η διαπαιδαγώγησή του (Σοφ. Σειρ. 7, 23).


Ιωάν. Χρυσόστομος: P.G. 51, 327 κ. εξ.
 

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Το να φωνάζω στους ανθρώπους που αγαπούσα ήταν άμεσο αποτέλεσμα της απώλειας ελέγχου που ένιωθα στην ζωή μου.






Πάντα δίνω αξία στα γράμματα που μου γράφουν τα παιδιά μου, ακόμα κι αν πρόκειται για δυο λέξεις πάνω σε μια χαρτοπετσέτα. Όμως το ποίημα που μου έγραψε η 9 ετών κόρη μου, με αφορμή την Γιορτή της Μητέρας είχε ιδιαίτερη σημασία για εμένα. Από τον πρώτο κιόλας στίχο τα μάτια μου πλημμύρισαν δάκρυα: «Το σημαντικότερο που έχει η μαμά μου είναι ότι είναι πάντα εκεί για εμένα, ακόμα και όταν δημιουργώ προβλήματα». Βλέπετε... δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα.


Την περίοδο που η ζωή μου βρισκόταν σε μία έξαλλη κατάσταση, ξεκίνησα να έχω μία συμπεριφορά, η οποία διέφερε πολύ από το πώς συνήθιζα να φέρομαι μέχρι τότε. Άρχισα να φωνάζω. Δεν γινόταν συχνά, αλλά ήταν πολύ έντονο –σαν ένα παραγεμισμένο μπαλόνι που ξαφνικά σκάει και κάνει όποιον είναι παρών να πανικοβάλλεται από τρόμο.
Τι μου είχαν κάνει τα τότε τριών και έξι ετών παιδιά μου και είχα χάσει το μυαλό μου; Ήταν ότι μια ζωή αργούσαμε να φύγουμε από το σπίτι γιατί ήθελαν να κουβαλούν μαζί όλα τους τα παιχνίδια; Ήταν ότι άδειαζαν κάθε πρωί όλο το κουτί των δημητριακών μέσα στο μπολ με το γάλα (και στο πάτωμα); Ήταν ότι μου έσπασαν δύο φορές τα γυαλιά της μυωπίας μου (ενώ τους είχα πει να μην τα πειράζουν); Ήταν ότι αρνούνταν να κοιμηθούν, ιδιαίτερα τα βράδια που ήμουν πραγματικά εξαντλημένη; Ήταν ότι τσακώνονταν μεταξύ τους για γελοία πράγματα, όπως το ποιος θα βγει πρώτος από το αυτοκίνητο ή ποιος θα πάρει τη μεγαλύτερη μπάλα παγωτού;
Ναι, ήταν τέτοια πράγματα. Μικρά, φυσιολογικά. Τυπική συμπεριφορά κάθε παιδιού στον κόσμο, η οποία όμως με έβγαζε από τα όρια μου, πέρα από κάθε έλεγχο.


Δεν μου είναι εύκολο να τα γράφω αυτά, ούτε ήταν τότε μια εύκολη εποχή της ζωής μου, για να θέλω να την ξαναθυμάμαι –μισούσα τον εαυτό μου τις στιγμές εκείνες. Τι μου είχε συμβεί; Γιατί έπρεπε να ουρλιάζω σαν αγρίμι στα δύο πολύτιμα αγγελούδια μου, τα οποία αγαπούσα και αγαπάω περισσότερο και από την ίδια μου την ζωή;
Επιτρέψτε μου να σας πω τι μου είχε συμβεί. Είχα περισπασμούς.
Ήμουν διαρκώς σε ένα τηλέφωνο, είχα αμέτρητες δεσμεύσεις, λίστες με όσα έπρεπε να κάνω. Και το κυνήγι της τελειότητας με είχε στοιχειώσει. Το να φωνάζω στους ανθρώπους που αγαπούσα ήταν άμεσο αποτέλεσμα της απώλειας ελέγχου που ένιωθα στην ζωή μου.
Αναπόφευκτα, έπρεπε κάπου να ξεσπάω. Και ξεσπούσα πίσω από κλειστές πόρτες, παρουσία των ανθρώπων που σήμαιναν για εμένα περισσότερα από τον καθένα.
Μέχρι που κάποια μέρα... Η μεγάλη μου κόρη είχε ανέβει σε ένα σκαμπό και προσπαθούσε να πιάσει κάτι στο πάνω ντουλάπι της κουζίνας, όταν κατά λάθος έριξε μια ολόκληρη σακούλα με ρύζι στο πάτωμα. Καθώς οι εκατομμύρια μικροσκοπικοί κόκκοι έπεφταν στο πάτωμα σαν βροχή, τα μάτια του παιδιού πλημμύρισαν δάκρυα. Και τότε το είδα: Τον τρόμο στα μάτια της, καθώς προετοιμαζόταν για το ξέσπασμα της μητέρας της!
«Με φοβάται», σκέφτηκα. Και αυτό που συνειδητοποίησα μου προκάλεσε πανικό. Η 6χρονη κόρη μου τρέμει την αντίδρασή μου σε ένα αθώο λάθος της.
Με βαθιά θλίψη συνειδητοποίησα ότι δεν θέλω να είμαι αυτή η μαμά για τα παιδιά μου, ούτε ήθελα να ζήσω έτσι την υπόλοιπη ζωή μου.

Λίγες εβδομάδες μετά το επεισόδιο αυτό άρχισα να αλλάζω τρόπο σκέψης και ζωής. Η στιγμή της επίπονης αυτής συνειδητοποίησης με είχε οδηγήσει στο να εγκαταλείψω τους περισπασμούς μου και να αφοσιωθώ σε όσα έχουν πραγματικά σημασία. Αυτό έγινε πριν δυόμιση χρόνια. Δυόμιση χρόνια σταδιακής απεξάρτησης από την υπερβολική χρήση ηλεκτρονικών περισπασμών, δυόμιση χρόνια απελευθέρωσης από την ανεπίτευκτη επιταγή της τελειότητας, του να πρέπει να κάνω «τα πάντα». Καθώς άφηνα πίσω μου τους εσωτερικούς και εξωτερικούς περισπασμούς μου, το άγχος και το στρες άρχισαν να καταλαγιάζουν μέσα μου. Με πιο ελαφρύ φορτίο μπορούσα να αντιδρώ στα λάθη και τις αταξίες των παιδιών μου με πιο ήρεμο, συμπονετικό και λογικό τρόπο.
Άρχισα να λέω πράγματα όπως «εντάξει, λίγο σιρόπι είναι. Μπορείς να το σκουπίσεις από τον πάγκο και ούτε γάτα, ούτε ζημιά!» (αντί να ξεφυσάω και να 'ξινίζω' την έκφρασή μου). Πρόσφερα την βοήθειά μου, κάθε φορά που τους έπεφταν φαγητά κάτω, για να τα καθαρίσουν (αντί να στέκομαι από πάνω τους και να τα κοιτάζω με ενόχληση και απογοήτευση). Βοηθούσα την κόρη μου να βρει το παιχνίδι που έψαχνε (αντί να την κατηγορώ για ανευθυνότητα).
Και τις στιγμές που η εξάντληση και η αδιάκοπη γκρίνια άρχιζαν να με καταβάλουν, έμπαινα στο μπάνιο, έκλεινα την πόρτα, και άφηνα τον εαυτό μου να πάρει βαθιές ανάσες και να σκεφτεί ότι είναι απλά παιδιά. Και τα παιδιά κάνουν λάθη. Όπως κάνω και εγώ.

Σταδιακά, ο φόβος που κατέκλυζε τα παιδιά μου κάθε φορά που έκαναν κάποιο λάθος εξαφανίστηκε. Και, ευτυχώς, έγινα καταφύγιο για αυτά στις δύσκολες στιγμές τους, όχι εχθρός από τον οποίον έπρεπε να τρέξουν να κρυφτούν.
Δεν ξέρω αν θα έγραφα το παραπάνω, αν δεν μου είχε συμβεί το εξής περιστατικό την περασμένη Δευτέρα: Ήμουν στον υπολογιστή και τελείωνα το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου μου, όταν ξαφνικά ο υπολογιστής πάγωσε. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Τον έκλεισα τον άνοιξα ξανά και είχαν χαθεί τα πάντα! Έψαξα σε κάθε πιθανό δίσκο, να δω τι θα μπορούσα να ανακτήσω, αλλά είχαν σβηστεί όλα. Αναφέρομαι σε πολλές ώρες δουλειάς! Όταν συνειδητοποίησα ότι θα έπρεπε να τα γράψω όλα ξανά από την αρχή, ήθελα να κλάψω! Αλλά ακόμα πιο πολύ, ήθελα να ξεσπάσω!
Αλλά δεν μπορούσα. Γιατί είχε έρθει η ώρα να πάρω τα παιδιά από το σχολείο και μετά να τα πάω στο κολυμβητήριο. Με μεγάλη δυσκολία, έκλεισα το λάπτοπ και θύμισα στον εαυτό μου ότι υπάρχουν πολύ μεγαλύτερα προβλήματα στην ζωή από το να ξαναγράψω μερικές σελίδες. Έπειτα, αποφάσισα πως την συγκεκριμένη στιγμή δεν μπορούσα να κάνω τίποτα παραπάνω.
Όταν τα παιδιά μπήκαν στο αυτοκίνητο, κατάλαβαν ότι κάτι δεν πάει καλά και με ρώτησαν. Τους είπα ότι έχασα 3 μέρες δουλειάς, εξαιτίας του υπολογιστή. Το αυτοκίνητο ήταν το τελευταίο μέρος που ήθελα να βρίσκομαι εκείνη τη στιγμή. Ήθελα να γυρίσω στο σπίτι, να ασχοληθώ με το πρόβλημά μου. Αντίθετα, τους είπα ήρεμα ότι δεν ένιωθα πολύ καλά για να το συζητήσω εκείνη την στιγμή. Ότι ένιωθα πολύ θυμωμένη και ήθελα λίγο χρόνο για να ηρεμήσω.
«Λυπόμαστε μαμά», μου είπε μόνο η μεγάλη μου κόρη. Και για την υπόλοιπη διαδρομή, σαν να ένιωσαν τι ακριβώς χρειαζόμουν, δεν έβγαλαν κουβέντα.

Η μέρα πέρασε, ήρθε το βράδυ. Έβαλα τα παιδιά στο κρεβάτι. Πήγα να καληνυχτίσω τη μικρή μου κόρη και με ρώτησε τι θα κάνω με την δουλειά που έχασα. Τότε άρχισα να κλαίω. Όχι τόσο για την δουλειά που έχασα, όσο επειδή δεν είχα ξεσπάσει όλη την ημέρα. Η κόρη μου άπλωσε το χέρι της και μου χάιδεψε το κεφάλι. Μου είπε «οι υπολογιστές είναι μεγάλο πρόβλημα» και «θα ζητήσουμε αύριο από τον μάστορα να το φτιάξει» και «μαμά, ξέρω ότι μπορείς να τα καταφέρεις. Είσαι η καλύτερη συγγραφέας. Θα σε βοηθήσω όπως μπορώ.»
Αν είχα παραμείνει μια μαμά που όλο φωνάζει, η κόρη μου δεν θα είχε γίνει τόσο συμπονετική. Γιατί οι φωνές κόβουν κάθε δίαυλο επικοινωνίας. Αναγκάζουν τους ανθρώπους να χωρίσουν, από το να έρθουν πιο κοντά.
Όπως έγραψε και η κόρη μου στο ποίημά της, το σημαντικό είναι ότι δεν είναι ποτέ αργά για να σταματήσει κανείς να φωνάζει. Το σημαντικό είναι ότι τα παιδιά συγχωρούν, ειδικά όταν βλέπουν κάποιον που αγαπούν να προσπαθεί να αλλάξει. Το σημαντικό είναι ότι η ζωή είναι πολύ μικρή για να θυμώνεις επειδή το σπίτι λερώθηκε ή δεν είναι τακτοποιημένο. Το σημαντικό είναι ότι ό,τι κι αν έγινε χθες, σήμερα είναι μια νέα μέρα. Σήμερα μπορούμε να επιλέξουμε να απαντήσουμε με ηρεμία.

Και μιλώντας στα παιδιά ήρεμα τα μαθαίνουμε ότι έτσι χτίζουμε γέφυρες. Τις γέφυρες που μας κουβαλούν στις δύσκολες στιγμές μας.
*Το παραπάνω κείμενο προέρχεται από την εκπαιδευτικό, σύμβουλο γονιών, συγγραφέα και μητέρα δύο παιδιών Rachel Macy Stafford.

 πηγή






Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Την πίκρα μου τη μοιραζόμουν με το Θεό, γι’ αυτό και άντεχα

image010.jpg





Μια πολύ γλυκιά κυρία, μου διηγήθηκε τα παρακάτω:
-Τον άνδρα μου τον παντρεύτηκα με προξενιό. Όμως χωρίς να το ξέρω, εκείνος αγαπούσε και είχε χρόνια δεσμό με μια κοπέλα, που οι δικοί του δεν την ήθελαν, αλλά αυτός δεν έπαψε ποτέ να την αγαπά.

Παντρευτήκαμε. Η μέρα του γάμου ήταν πολύ όμορφη.
Όμως οι όμορφες μέρες ήταν μόνο τρεις. Από την τέταρτη μέρα και επί δέκα επτά χρόνια η ζωή μου δίπλα του ήταν μια κόλαση. Όταν τον ρώτησα γιατί μου φερόταν τόσο άσχημα, μου αποκάλυψε πως αγαπούσε άλλη γυναίκα κι όχι εμένα. Έπεσα από τα σύννεφα!

-Τότε γιατί με παντρεύτηκες;
-Γιατί με πίεσαν οι γονείς μου. Εκείνη, βλέπεις, δεν την ήθελαν.
-Και εγώ τι φταίω να μου φέρεσαι έτσι;
-Σήκω και φύγε, άμα δεν σου αρέσει.
-Που να πάω; Ντρέπομαι τα αδέλφια μου και τον κόσμο.
-Ε! Τότε κάτσε εδώ και βούλωστο.
Αυτή ήταν η απάντησή του. Μαζί κοιμόμασταν, όταν τσακωνόταν με την άλλη. Ωστόσο έμεινα έγκυος!
Μόλις του το είπα, έγινε θηρίο έτοιμο να με κατασπαράξει! Μου ζήτησε να το ρίξω. Εγώ όμως, δεν το κάνα. Για κανέναν και για τίποτε δεν θα σκότωνα το παιδί μου. Μ' αυτόν τον τρόπο γέννησα τρία κορίτσια.

-Εργάζεστε;

-Ναι! Έχω δικό μου κομμωτήριο. Ποτέ όμως οι πελάτισσές μου δεν με είδαν κλαμένη ή πικραμένη. Ούτε και τα παιδιά μου. Την πίκρα μου την έκρυβα βαθιά μες' στην ψυχή μου, τη μοιραζόμουν μόνο με τον Θεό. Ξέρεις τι σημαίνει να κοιμάσαι με τον άνδρα σου, όποτε τσακώνεται με τη φιλενάδα του;
-Δεν το έχω ζήσει, όμως μπορώ να σε καταλάβω. Καλά, αυτή δεν βρήκε κάποιον να παντρευτεί, να κάνει οικογένεια;

-Παντρεύτηκε, έχει και δύο παιδιά. Αλλά με τον άνδρα μου δεν χώρισαν ποτέ.
-Ο άνδρας της δεν το έχει καταλάβει;
-Δεν ξέρω.
-Τα παιδιά σας δεν έχουν καταλάβει τίποτε;
-Όχι! Πάντα τον δικαιολογούσα, τον κάλυπτα. Αλλά και ποτέ δεν μαλώσαμε. Γιατί ποτέ δεν τον ρώτησα ούτε πού ήταν ούτε γιατί άργησε ούτε αν ήταν με αυτήν. Τίποτα! Όποια ώρα κι αν ερχόταν, αν ήταν μπροστά τα παιδιά, του έλεγα: Καλώς τον Δημητράκη! Και ετοίμαζα το τραπέζι για να φάει.
-Πώς το άντεχες αυτό;
-Δεν μπορούσα να κάνω κι αλλιώς. Έπρεπε να δώσω το καλό παράδειγμα στα παιδιά μου. Ήθελα να μάθουν την αξία του σεβασμού, την αξία της αγάπης, την αξία της υπομονής.
-Και, δόξα τω Θεώ, εσύ διαθέτεις πολλή υπομονή.
Εδώ χαμογέλασε. Συνέχισα:
-Τα παιδιά σου, ποιος σου τα κρατούσε, τις ώρες που εσύ εργαζόσουν;
-Η μητέρα μου. Και ξέρεις πώς τους περνούσα τα μηνύματα για οτιδήποτε ήθελα να αποφύγουν;
-Πώς;
-Τους τα έγραφα σε κασέτα. Από τον καιρό που ήταν μωρά, έγραφα κάθε μέρα κάτι στην κασέτα, την έδινα στη μητέρα μου και της έλεγα να τους βάζει να την ακούνε. Έτσι δεν ένιωθαν πολύ την απουσία μου.

Αυτό γινόταν επί δεκαεπτά χρόνια. Ό,τι μήνυμα ήθελα να τους περάσω, το παρουσίαζα πως το είχα ακούσει στο κομμωτήριο. Για τα ναρκωτικά, ας πούμε, τους έλεγα πως είχε έρθει μία πελάτισσα στο μαγαζί, που ήταν πολύ πικραμένη, γιατί το παιδί της είχε μπλέξει με κάποιους φίλους, που τον παρέσυραν στα ναρκωτικά ... ή άλλοτε πως γνώρισα κάποιο κορίτσι, που έμπλεξε με κάποιο αγόρι και έμεινε έγκυος και από την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη τής προέκυψαν πολλά δυσεπίλυτα προβλήματα.

Όταν μεγάλωσαν, δεν πήγαιναν στη γιαγιά τους, αλλά προτιμούσαν να καθίσουν σπίτι να διαβάσουν. Τους έλεγα πως, όταν έρθει ο πατερούλης, έπρεπε να του σερβίρουν το φαγητό, να τον περιποιούνται, αφού εκείνος αγωνίζεται για μας, γιατί μας αγαπάει πολύ. Έτσι, κάθε μέρα γυρίζοντας από το σχολείο, θα έβαζαν πρώτα να ακούσουν το μήνυμα της μαμάς.
-Συγγνώμη. Όλα αυτά πώς τα άντεχες;
-Σου είπα: Την πίκρα μου τη μοιραζόμουν με το Θεό, γι' αυτό και άντεχα. Αν συζητούσα με κάποια φίλη τα προβλήματά μου, σίγουρα θα είχα χωρίσει. Άκου τη συνέχεια, για να δεις την κατάληξη.
-Είμαι όλη αφτιά! Ακούω.

-Λοιπόν! Επί δεκαεπτά χρόνια, διακοπές πήγαινα μόνη με τα παιδιά μου. Εκείνος δεν ήρθε ποτέ, με όσα παρακάλια κι αν του έκαναν τα παιδιά. Μια χρονιά, γυρνώντας από τις διακοπές μας, βρήκα μια κασέτα στο κομοδίνο μου, που έγραφε πάνω «Σ' αγαπώ». Παραξενεύτηκα! Τι κασέτα ήταν αυτή; Σκέφθηκα πως θα ήταν για τη φιλενάδα του. Όταν το βράδυ κοιμήθηκαν τα παιδιά, έβαλα να την ακούσω.
Εδώ γέλασε.


-Γιατί γελάτε; τη ρώτησα περίεργα.
-Γιατί η κασέτα ήταν γραμμένη από τον άνδρα μου για μένα!
-Τι έλεγε η κασέτα;
-Πριν σου πω τι έλεγε η κασέτα, θα σου πω τι έκανε πριν.
-Τι έκανε;
-Είχε μαλώσει άσχημα με τη φιλενάδα του και χώρισαν. Πήγε σπίτι και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο των παιδιών. Γνώριζε πως τους γράφω κασέτες, πήρε μια στην τύχη και την άκουσε. Κι ύστερα κι άλλες ... Έτσι άκουσε τι έλεγα στα παιδιά και συγκινήθηκε. Πήρε λοιπόν και αυτός μια κασέτα και μου έγραψε:

«Συγχώρεσε με για ότι σου έχω κάνει. Τώρα καταλαβαίνω πόσο πολύ σ' έχω πληγώσει, πόσο πολύ σ' έχω ταπεινώσει. Και εσύ ούτε μία άσχημη κουβέντα δεν είπες ποτέ, πάντα τρυφερή και γλυκιά μαζί μου. Άκουσα μερικές κασέτες σου, που μιλάς στα παιδιά μας. Δεν με κατηγόρησες ποτέ. Μόνο καλά λόγια έβγαιναν από τα χείλη σου. Τώρα κατάλαβα γιατί μ' αγαπούν τόσο πολύ τα παιδιά μας. Σε παρακαλώ, συγχώρεσε με, και σου υπόσχομαι, ότι σου στέρησα όλα αυτά τα χρόνια, να σου τα δώσω απλόχερα από εδώ και πέρα. Θα είσαι η βασίλισσα της καρδιάς μου. Σε παρακαλώ, συγχώρεσε με. Αυτή την ώρα που σου μιλάω, πίστεψέ με πως αισθάνομαι πολλή αγάπη για σένα, μου λείπεις. Σ' αγαπώ».

Ακούγοντάς τα όλα αυτά, ένιωσα όμορφα, δυσκολευόμουν όμως να τα πιστέψω. Στη σκέψη μου ήρθαν, σαν κινηματογραφική ταινία, όσα μου έκανε και όσα μου έλεγε. Έτσι με πήρε ο ύπνος.

Όταν γύρισε το βράδυ, τον άκουσα, μα δεν σηκώθηκα, όπως έκανα πάντα, για να του βάλω φαγητό. Έκανα πως κοιμόμουν. Εκείνος ήρθε και ξάπλωσε δίπλα μου, σιγά-σιγά, για να μη με ξυπνήσει και με πήρε αγκαλιά, για πρώτη φορά στα δεκαεπτά μας χρόνια. Και όχι μια απλή αγκαλιά, αλλά πολύ τρυφερή ... Με φίλησε απαλά στην πλάτη και ψιθύρισε: «Συγχώρεσε με, σ' αγαπώ!»

Από εκείνη την βραδιά η ζωή μου άλλαξε τελείως. Ο Δημήτρης έγινε άλλος άνθρωπος ... Τρυφερός, στοργικός, δεν μου χάλασε ποτέ χατίρι. Με λίγα λόγια γίναμε οικογένεια.

Να ξέρεις πως στη ζωή, όταν αγωνίζεσαι, θα χάνεις μάχες, μα στο τέλος τον πόλεμο εσύ θα τον κερδίσεις.
Και κάτι άλλο: Χωρίς πίστη στον Θεό, δεν έχεις όπλα να παλέψεις!


πηγή
agioritikovima

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Οι ιερείς και οι γονείς

 
-Οἱ γονεῖς μας, ὁ πατέρας μας καί ἡ μητέρα μας, εἶναι ἱερά πρόσωπα γιά μᾶς. Ἔχουν ἀπό τό Θεό μεγάλη χάρη καί εὐλογία. Μά πιό μεγάλη ἀπό αὐτούς χάρη καί εὐλογία ἔχουν οἱ ἱερεῖς μας.
- Ἡ διαφορά ἀνάμεσα στούς ἱερεῖς καί στούς γονεῖς μας εἶναι πολύ μεγάλη. Εἶναι τόσο μεγάλη, ὅσο μεγάλη εἶναι ἡ διαφορά ἀνάμεσα στήν παροῦσα ζωή καί στήν αἰώνια.
- Οἱ γονεῖς, γεννοῦν παιδιά, γιά τήν παροῦσα ζωή· οἱ ἱερεῖς, γιά τήν ἄλλη.
Οἱ γονεῖς, δέν μποροῦν, οὔτε νά σώσουν τά παιδιά τους, οὔτε νά τά προφυλάξουν· οὔτε ἀπό ἀρρώστειες· οὔτε ἀπό τόν θάνατο! - Οἱ ἱερεῖς, μποροῦν. Καί σώζουν. Ψυχές ἄρρωστες. Ἀπό τό χεῖλος τῆς ἀπωλείας! Κάνουν καί σταματάει τό κατρακύλισμα: μέ τά λόγια τους· μέ τίς συμβουλές τους· καί μέ τίς εὐχές τους.
-Οἱ γονεῖς, ἄν τά παιδιά τους πρόσβαλαν κανέναν μεγάλον, δέν μποροῦν νά τά προστατεύσουν!

 - Οἱ ἱερεῖς, μᾶς βγάζουν ἀσπροπρόσωπους, ἀκόμη καί ἄν ἐναντίον μας ἔχει ὀργισθῆ ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Γιατί ὁ Θεός ἔχει δεσμευθῆ νά τούς ἀκούει.




Αγ.Ιωάννης Χρυσόστομος (Περί Ἱερωσύνης, Λόγ. Γ, 6)

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Μερικοὶ γονεῖς κατευθύνουν τὰ παιδιά τους πρὸς τὸ δικό τους ἐπάγγελμα, καὶ μάλιστα πολλὲς φορὲς γίνονται πιεστικοί.



 
-Γέροντα, μερικοὶ γονεῖς κατευθύνουν τὰ παιδιά τους πρὸς τὸ δικό τους ἐπάγγελμα, καὶ μάλιστα πολλὲς φορὲς γίνονται πιεστικοί.
-Ὄχι, δὲν κάνουν καλά. Δὲν πρέπει νὰ πιέζουν τὰ παιδιὰ τους νὰ κάνουν αὐτὸ ποὺ ἀναπαύει τοὺς ἴδιους, ἄν αὐτὸ δὲν ἀναπαύη καὶ ἐκεῖνα. Γνώρισα ἕναν νέο ποὺ ἤθελε νὰ σπουδάση θεολογία καὶ νὰ γίνη ἱερέας. Ἡ μανα του ὅμως δὲν τὸν ἄφηνε· τὸν πίεζε νὰ πάη ἰατρική.
Τὸ παιδὶ εἶχε μάθει βυζαντινή μουσικὴ καὶ ἔψελνε. Εἶχε κάνει μόνος τους καὶ ἕνα ὄργανο μουσικὸ καὶ εὕρισκε τοὺς ἤχους. Ἤξερε τὰ μουσικὰ ἀπ’ ἔξω. Εἶχε χάρισμα. Ἔφτιαχνε τορπάρια, ἀκολουθίες... Μόλις τελείωσε τὸ γυμνάσιο, ἔδωσε ἐξετάσεις καὶ πέρασε Θεολογικὴ Σχολή. Ἡ μάνα του ἔπαθε νευρικὸ κλονισμὸ ἀπὸ τὴν στενοχώρια της.
Ἐρχόταν ὕστερα καὶ μὲ παρακαλοῦσε: «Κάνε προσευχή, Πάτερ, νὰ γίνω καλά, καὶ ἄς κάνη ὅ,τι θέλη τὸ παιδί μου». Μόλις ἔγινε καλὰ, πάλι δὲν τὸν ἄφηνε νὰ κάνη αὐτὸ ποὺ ἤθελε. Ὕστερα καὶ αὐτὸς τὰ παράτησε ὅλα, καὶ χαραμίστηκε.
Ἐγὼ λέω στοὺς νέους ποὺ βλέπω νὰ προβληματίζονται ποιὰ ἐπιστήμη νὰ ἀκολουθήσουν: «Δέστε ποιὰ ἐπιστήμη σᾶς ἀρέσει, ὥστε νὰ κάνετε αὐτὸ ποὺ εἶναι στὴν φύση σας». Ἄν δὲν εἶναι στὴ φύση τους αὐτὸ ποὺ σκέφτονται νὰ κάνουν, προσπαθῶ νὰ τοὺς κάνω νὰ δώσουν τὴν καρδιά τους σ’ αὐτὸ ποὺ εἶναι στὴν φύση τους, γιὰ νὰ βοηθηθοῦν.

Τοὺ βοηθάω δηλαδὴ νὰ ἀκολουθήσουν τὴν ἐπιστήμη ποὺ θέλουν καὶ νὰ κάνουν τὸ ἐπάγγελμα ποὺ εἶναι ἀνάλογο μὲ τὶς δυνάμεις τους, φθάνει νὰ τὸ κάνουν κατὰ Θεόν. Ἔχει κλίση κάποιος στὴν μουσική; Νὰ γίνη μουσικὸς ἤ καλὸς ἱεροψάλτης, ποὺ θὰ βοηθάη μὲ τὴν ζωὴ του καὶ μὲ τὴν ψαλτική του ὅσους θὰ τὸν ἀκοῦν, ὥστε νὰ ἀγαπήσουν τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν προσευχή.
Ἔχει κλίση στὴν ζωγραφική; Νὰ γίνη ζωγράφος ἤ ἁγιογράφος καὶ νὰ κάνη μὲ εὐλάβεια εἰκόνες, ποὺ θὰ κάνουν θαύματα. Ἔχει κλίση σὲ κάποια ἐπιστήμη; Νὰ ἀφοσιωθῆ σ’ αὐτὴν καὶ νὰ ἐργασθῆ μὲ φιλότιμο.
Καὶ νὰ δῆτε, φαίνεται ἀπὸ μικρὸς κανεὶς τί κλίση ἔχει. Μιὰ φορὰ στὸ μοναστήρι στὸ Στόμιο εἶχε ἔρθει κάποιος μὲ δυὸ ἀνηψάκια του. Τὸ ἕνα, ἕξι-ἐπτὰ χρονῶν, κάθησε κοντά μας καὶ συνέχεια μὰς ἔκανε διάφορες ἐρωτήσεις.
Τὸ ρωτάω: «Τὶ θὰ γίνης, ὅταν μεγαλώσης;». «Δικηγόρος!», μοῦ λέει. Τὸ ἄλλο τὸ χάσαμε. Ρωτάω τὸν θεῖο του: «Ποῦ πῆγε τὸ ἄλλο παιδί; μήπως πέση σὲ κανέναν γκρεμό». Βγαίνουμε ἔξω νὰ τὸ βροῦμε καὶ ἀκοῦμε κάτι χτυπήματα στὸ μαραγκούδικο.
Πᾶμε μέσα, καὶ τὶ νὰ δοῦμε; Τὸ σανίδι ποὺ εἶναι στὸν μπάγκο, ὅπου πλανίζουμε καὶ εἶναι πολὺ λείο, τὸ εἶχε κάνει μὲ τὸ σκεπάρνι χάλια! «Τὶ θὰ γίνης ὅταν μεγαλώσης;» τὸ ρωτάω. «Ἐπιπλοποιός!», μοῦ λέει. «Νὰ γίνης, τοῦ λέω. Χαλάλι ποῦ χάλασε τὸ σανιδι! Δὲν πειράζει!».
 

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
 

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Αν το παιδί διδαχτεί από μικρό να σκέπτεται με σωστό τρόπο


paidi124paidi.jpg

Μέχρι πότε θα είμαστε κάτω από το σαρκικό φρόνημα; Μέχρι πότε θα σκύβουμε και θα επικεντρώνουμε όλο το ενδιαφέρον μας πάνω στα γήινα πράγματα;
Όταν πρόκειται, για την φροντίδα της ανατροφής και την παιδαγωγία των παιδιών μας, ας παίρνουν όλα τα άλλα δεύτερη θέση και σημασία.
Αν το παιδί διδαχτεί από μικρό να σκέπτεται με σωστό τρόπο, τότε έχει ήδη αποκτήσει μεγάλο πλούτο και δόξα.
Δεν θα έχεις κατορθώσει τίποτα το σπουδαίο, αν έχεις μάθει το παιδί σου κάποια τέχνη η την αρχαία φιλοσοφία, με την οποία θα κερδίσει ενδεχομένως χρήματα. Το σπουδαίο θα είναι αν το έχεις διδάξει την τέχνη να περιφρονεί τα χρήματα. Αν θέλεις να το κάνεις πλούσιο, έτσι να το κάνεις. Γιατί πλούσιος δεν είναι όποιος έχει ανάγκη από πολλά χρήματα η εκείνος που έχει όλα τα αγαθά, αλλά εκείνος που δεν έχει ανάγκη από τίποτα. Αυτό να διδάξεις το παιδί σου. Αυτό να του μάθεις. Αυτός είναι ο μεγαλύτερος πλούτος.
Μην κοιτάζεις, πως θα το κάνεις να προκόψει -με την έννοια βέβαια, που το κοσμικό φρόνημα θεωρεί την προκοπή- γιατί έτσι θα το καταντήσεις φιλόδοξο. Φρόντισε καλύτερα να του μάθεις πως να περιφρονεί, σε τούτη εδώ τη ζωή, την ανθρώπινη δόξα. Έτσι μπορεί να γίνει και πιο ένδοξος και πιο σπουδαίος.
Αυτά είναι πράγματα, που είναι εύκολα και είναι δυνατόν να γίνουν εξ ίσου, και από τον πλούσιο και από το φτωχό. Αυτά δεν τα διδάσκεται κανείς από δάσκαλο, ούτε του τα μαθαίνει καμμιά τέχνη. Αυτά είναι πράγματα που τα μαθαίνει κανείς ζώντας σύμφωνα με το νόμο του Θεού.
Μην φροντίζεις μόνο, να ζήσει το παιδί σου πολλά χρόνια εδώ στη γη. Φρόντισε να αξιωθεί να ζήσει την ατέλειωτη και αιώνια ζωή.

Ιωάν. Χρυσόστομος: P.G. 61,150, κ. εξ.

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

Καλή σχολική χρονιά παιδιά

scan0010.jpg

Καλή  σχολική  χρονιά 
στα  παιδιά  του  Δημοτικού
στα  παιδιά  του  Γυμνασίου 
στα  παιδιά  του  Λυκείου 
στα  παιδιά  που  τώρα  έπαψαν  να  είναι  παιδιά  και  έγιναν...  φοιτητές
μα  πάνω  απ'  όλα  στα  παιδιά  του  μεγάλου  σχολείου... του 
Νηπιαγωγείου!!!

Καλή  σχολική  χρονιά  στους  γονείς  που  με  κόπους  και  μόχθους  μεγαλώνουν  τα  παιδιά  τους
μα  και  καλή  σχολική  χρονιά  στις δασκάλες και στους  δάσκαλους  σε  κάθε  εκπαιδευτική βαθμίδα
να  κάνουν  κουράγιο  και  υπομονή  στο  λειτούργημά  τους  που  τους  ανέθεσε  η  κοινωνία στο  να  διαπαιδαγωγούν ψυχές  πρώτα  και  μετά  πρόσωπα!  
Στους  δασκάλους  εμπιστευόμαστε  εμείς  οι  γονείς  τις  τύχες  των  παιδιών  μας  και  η  κοινωνία  τους  αυριανούς  πολίτες  της  χώρας  μας.

Αυτό  που  κάνετε αξίζει όσο  δεν  μπορείτε  να  φανταστείτε, αξίζει  διότι  δίνετε  προοπτική  σ' ένα παιδί, χαράζετε  το  μέλλον  της  κοινωνίας  μας, χαραζετε  το  μέλλον  της  πατρίδας μας...

                                                  Σας  ευχαριστούμε !!!

Ο  Θεός  μαζί  με  όλους  μας!!!



simaia.gif

Σάββατο 28 Ιουλίου 2012

Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος: «Ποια είσαι εσύ κυρά μου;» για Μαρία Ρεπούση



iero



Το μήνυμα της υπομονής, εν μέσω κρίσης οικονομικής, προσωπικής και αδιεξόδων, όπως είπε, έστειλε στους κατοίκους της Φλώρινας, της Δυτικής Μακεδονίας αλλά και όλης της Ελλάδας, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Ιερώνυμος που βρίσκεται στη Φλώρινα για την έναρξη των εκδηλώσεων εορτασμού των 100 χρόνων από την απελευθέρωση της περιοχής από τον τουρκικό ζυγό.
Κατά το πανηγυρικό Αρχιερατικό Συλλείτουργο που τελέστηκε στον Ιερό Ναό του Αγίου Παντελεήμονος, ανήμερα της γιορτής του Αγίου, ο Αρχιεπίσκοπος έδωσε έμφαση στο σύνθημα της ημέρας του Ευαγγελίου του Αγίου Παντελεήμονα: «δι υπομονής κτίσασθε τας ψυχάς υμών».
Όπως είπε, «με την υπομονή μπορούμε να στεριώσουμε και να δυναμώσουμε την ψυχή μας. Γιατί, όπως λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας, όταν ο άνθρωπος βρίσκεται σε δυσκολίες, το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να δυναμώσουμε την ψυχή του για να μπορεί να ανταποκρίνεται σε αυτές».
Με αφορμή την περίοδο κρίσης που διανύει η χώρα, υπογράμμισε πως «σήμερα χρειαζόμαστε το μήνυμα της υπομονής, περισσότερο από ό,τι σε άλλες εποχές».
Διευκρίνισε δε ότι η υπομονή πρέπει να είναι για τον καθένα προσωπική, ώστε να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που συναντά, είτε είναι προσωπικά, είτε υγείας, είτε οικονομικά, είτε αδιεξόδου, αλλά και συλλογική, ώστε να στηρίζει ο ένας τον άλλον.
«Έχουν περάσει κρίσεις επί κρίσεων και τα βγάλαμε πέρα. Αυτή η κρίση που βρισκόμαστε σήμερα ένα νέφος είναι που σκέπασε τον ουρανό και θα φύγει, γιατί αυτός ο τόπος έχει ρίζες, ουσίες, παράδοση, και το χώμα του είναι ποτισμένο με αίμα» τόνισε και πρόσθεσε: «Είμαστε περήφανος, αρχοντικός λαός, με μεγάλο πολιτισμό και ιστορία. Αυτός ο τόπος είναι χτισμένος από πνεύμα και αυτό το ζηλεύουν οι άλλοι αλλά δεν μπορούν να το εκτιμήσουν».
Επίσης ο Αρχιεπίσκοπος ανέφερε να μην ξεχνάμε τις παραδόσεις, τα θεμέλια και τις ρίζες μας, ενώ τόνισε ότι η Ελλάδα "δυστυχώς έχει μπει στο πνεύμα των «ξενοσπουδαγμένων».
«Δεν είμαστε αντίθετοι στις σπουδές, πρέπει να σπουδάσουμε σε όλα τα κράτη να πάμε, να γεμίσουμε γνώση, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε την παράδοση μας δεν πρέπει να ξεχνάμε τα θεμέλια και τις ρίζες μας» είπε ο Αρχιεπίσκοπος αφήνοντας αιχμές για την πρόταση της Μαρίας Ρεπούση να καταργήσει τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό στα σχολεία.
«Κάποιος που αποφοίτησε από το ΜΙΤ ή το Χάρβαρντ κλπ τον θέλουμε. Όμως επειδή έμαθε πέντε γλώσσες, έμαθε πολλά πράγματα δεν σημαίνει να του δώσουμε μια καρέκλα και ένα μολύβι για να υπογράφει κατά την δική του τη άποψη και να βγάζει και εγκύκλιο που να λέει απαγορεύεται η προσευχή στα σχολεία» επισήμανε.
Χρησιμοποιώντας ακόμη πιο σκληρούς χαρακτηρισμούς ο Αρχιεπίσκοπος σημείωσε: «Κυρά μου τα παιδιά είναι δικά μου, τα παιδιά είναι δικά μας. Ποια είσαι εσύ που θα βγάλεις εγκύκλιο χωρίς να ρωτήσεις αυτούς που πάλεψαν και παλεύουν σ΄αυτό τον τόπο γι΄αυτό το χώρο; Ποιό είναι το δικαίωμα σου που εσύ θα αποφασίζεις ότι δεν θα εκκλησιάζονται  τα παιδιά;. Τους ρώτησες τους γονείς;».
Ο κ. Ιερώνυμος υπογράμμισε πως υπάρχει μία ηττοπάθεια να μην πούμε την λέξη Εκκλησία από αυτούς που λένε ότι στη Μικρά Ασία συνωστίζονταν οι Έλληνες σαν να ήταν στο λεωφορείο για να μπούνε να φύγουνε.
Μιλώντας σε γονείς και μαθητές αναφέρθηκε και στην επίσκεψη ενός Γερμανού υπουργού στο γραφείο του, στον οποίο ο Αρχιεπίσκοπος είπε: «Αυτοί που θεμελίωσαν την Ε.Ε., ντρέπονται σήμερα για εκεί που φτάσαμε. Η Ελλάδα είναι η ευκαιρία να δώσει το παράδειγμα και το έναυσμα να κάνουμε όλοι μαζί ένα νέο ξεκίνημα». «Εμείς έχουμε πατρίδα, έχουμε παράδοση, έχουμε θρησκεία και εκείνοι, οι οποίοι θέλουν να κάνουν εγκυκλίους ας πάνε όπου θέλουν. Είναι ελεύθεροι. Δεν τους μισούμε, δεν τους διώχνουμε αλλά δεν μπορούν οι λίγοι να χαλάσουν το σύμπαν» κατέληξε.

ΠΗΓΉ
ΡΟΜΦΑΙΑ

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012

Μία μητέρα που ήξερε να δακρύζει και να γονατίζει!


14~4.jpg

Η συμβολή των μητέρων των Τριών Ιεραρχών, Έμμέλειας του Μ. Βασιλείου, Νόνας του Γρηγορίου του Ναζιανζηνοϋ καί Άνθούσας Ιωάννη του Χρυσόστομουστην ανάδειξη αυτών των Μεγάλων Πατέρων καί Οίκουμενικών Διδασκάλων της Εκκλησίας υπήρξε αποφασιστική.

Καί είναι δίκαιος ό θαυμασμός του εθνικού ρήτορα Λιβάνιου για τη χριστιανή γυναίκα - «Βαβαί, οιαι παρά χριστιανοίς είσι γυναίκες» - στο πρόσωπο της μητέρας του Χρυσόστομου, της νεαρής χήρας με την εκπληκτική πιστότητα στη μοναδική αγά­πη της ζωής της καί την ολοκληρωτική της αφοσίωση στην αγωγή του υπέροχου γιου της.
Υπάρχει όμως μια ενδιαφέρου­σα λεπτομέρεια! Καί οι τρεις τους, εξαίρετα πνεύματα, ήταν δεκτικοί, εύάγωγοι ως παιδιά καί νέοι στα άφορώντα τη σχέση τους με τη χριστιανική Αλήθεια καί ζωή!
Την Ιδια εποχή στην Εκκλησία του Χρίστου πού παροικεί στη Δύση μια άλλη χριστιανή, ή Μόνικα - χήρεψε κι αυτή νέα -σήκωσε με ανάλογη προς την Ανθούσα πιστότητα το σταυρό της χηρείας της, καί επέδειξε άντόστοιχη αφοσίωση στήν άγωγη του επίσης εξαίρετου στο πνεύμα γιου της, Αύγουστίνου.
Μα αυτός, παρά τη σφοδρή επιθυμία καί μεγάλη προσπάθεια της, έδειξε απροθυμία, αδιαφορία για τα άφορώντα τη χριστια­νική Αλήθεια καί ζωή.Καί το χειρότερο, τράβηξε κατά την αντί­περα όχθη, έπεσε σε υπαρξιακό αδιέξοδο, έζησε βίο άστατο, παραδόθηκε σε εξάρτηση αισθησιακή!
Καί κείνη έγκαρτέρησε, όχι μια δυο μέρες, ένα ή δύο μήνες, ούτε ένα δυο αλλά δεκαέξι ολόκληρα χρόνια σε μαρτύριο δα­κρύων, δακρύων πού τα γόνατα της μεταποιούσαν σε σταλαγ­ματιές θερμής προσευχής! Καί ελεήθηκε από το Θεό, ευλογή­θηκε από την Αγάπη Του με την ευτυχία να δει το γιο της χρι­στιανό! Κι αργότερα Επίσκοπο Ίππώνος καί κορυφαίο Πατέρα ιδιαίτερα της Δυτικής Εκκλησίας!
Δε θα την πω πιο αξιοθαύμαστη από τις μητέρες των Τριών Ιεραρχών. Κρίση σε προσωπικούς σταυρούς δεν χωρεί! Ό Θε­ός γνωρίζει λογισμούς καί διαλογισμούς, διαθέσεις της καρδιάς καί ή Αγάπη Του κρίνει! Θα την πω όμως πιο μαρτυρική! Καί θα διερωτηθώ, τί άραγε θα αναφωνούσε ό Λιβάνιος, αν την είχε κι αυτήν γνωρίσει! Άλλα καί θα προτείνω την προσέγγιση της ιερής μορφής της πού ακολουθεί, ένα μικρό σταχυολόγημα από τα «εκ βαθέων» -«Εξομολογήσεις»- του τελικά λα­μπρού γιου της. Γιατί ή περίπτωση της ενδιαφέρει όχι λίγες μη­τέρες πού σηκώνουν σήμερα ανάλογους σταυρούς.(Διαβάστε την ενδιαφέρουσα συνέχεια)

Ήταν χριστιανή με πληρότητα και νόημα! «Ή μητέρα μου δεν αγαπούσε το Θεό από υπακοή στους γονείς της, μάλλον υπάκουε σ' αυτούς από αγάπη σ' Εκείνον», γράφει ό Αυγουστίνος. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην αληθι­νή πίστη ως προσωπική αγάπη του Θεού - το «πνεύμα πού ζωοποιεί» - καί την πίστη τυπικό χρέος ή καθήκον - «το γράμμα πού σκοτώνει»Όση άναμεσα σε ελευθερία καί δουλεία-έξάρτηση! «Ό Θεός την είχε στολίσει με εξωτερική, πιο πολύ εσω­τερική ομορφιά, αυτή πού της έδινε τη χάρη ζωντανής μαρ­τυρίας της αλήθειας του...», συνεχίζει με τρυφερό κι ανθρώ­πινο θαυμασμό. Ή χριστιανή μάνα δεν είναι ιερότητα παγερή, στεγνή! Ή ομορφιά κι ή χάρη της, θεία δώρα κι αυτά ασκούν ύπαρκτική γοητεία στο παιδί, αν καρπώνονται στο μέσα, της ψυχής το κάλλος. Αυτό προέχει, ενώ ή απουσία του δημιουρ­γεί επικίνδυνο κενό!

9425_1055768293268_1797672678_117086_1033786_n.jpg«Παντρεύτηκε τον ειδωλολάτρη πατέρα μου, άνθρωπο οξύθυμο μα αγαθό, του αφοσιώθηκε σαν στο Χριστό... Αντι­μετώπισε με σεβασμό την άλλη πίστη του, δεν επέτρεψε να γίνει το θέμα αυτό αφορμή φιλονικίας μεταξύ τους... Δεν αντιδρούσε με λόγια ή έργα σε ώρα οργής, αλλά την κατάλ­ληλη στιγμή με αγάπη καί λεπτότητα εξηγούσε το λάθος... Δεν έλεγε ούτε μετέφερε λόγο κακό, δεν υποδαύλιζε διχό­νοιες, υποβοηθούσε τη συμφιλίωση, την ειρήνη... Προσευ­χόταν νύχτα καί μέρα, εκκλησιαζόταν τακτικά, τιμούσε τους λειτουργούς της Εκκλησίας, πρόσεχε την ελεημοσύνη... Κέρδισε έτσι γρήγορα την αγάπη, την τρυφερότητα, το σεβα­σμό του πατέρα μου καί τον ίδιο στη χριστιανική πίστη»!«Αυτά συνέβησαν γιατί είχε Εσένα επιστήθιο φίλο καί δι­δάσκαλο στο σχολείο της ψυχής», εξηγεί ό Αυγουστίνος καί προσθέτει ότι ή επιστροφή του πατέρα του είναι «το πρώτο δώρο του Θεού στη μητέρα μου, ό αρραβώνας της δικής μου επιστροφής, πού όμως επρόκειτο να αργήσει»! Με το τελευ-ταίο ρίχνει τη γέφυρα πού μας περνά από τη Μόνικα αληθινή χριστιανή σύζυγο τή Μόνικα αληθινή χριστιανή μητέρα, στην περιπέτεια της δικής του αποστασίας καί επιστροφής.

Και είναι μια μεγάλη αποστασία ή πρώτη φάση της ζωής του. «Ή μητέρα μας ανάθρεψε γεννώντας μας με ώδίνες τοκετού κάθε φορά πού έβλεπε να ξεμακραίνουμε από Σένα...», γράφει για τη χριστιανική αγωγή της μητέρας του στα τρία παιδιά της. Για τον εαυτό του ειδικά προσθέτει: «Από την τρυφερή ηλικία είχα ακούσματα για την αιώνια ζωή. Η μητέ­ρα με σφράγισε με το σημείο του Σταυρού τη στιγμή που μ' έβγαλε άπ' την κοιλιά της. Με πότισε την Αλήθεια του Θεού με το μητρικό της γάλα... Μικρό παιδί κι εγώ, πρίν Σέ γνωρί­σω, σε Σένα εύρισκα στήριγμα καί καταφυγή όταν με μάλω­ναν οι γονείς ή οϊ δάσκαλοι μου...Αρρώστησα βαριά καί ζήτησα με λαχτάρα να βαφτιστώ... Ή μητέρα με μύησε στο Μυστήριο της λυτρώσεως, μου έμα­θε την ομολογία που έπρεπε να απαγγείλω... Καλυτέρεψε όμως ή υγεία μου κι ανέβαλα τη βάφτιση μου.

Νικήθηκα από την ιδέα πώς θα ξαναπέσω στην αμαρτία... Ή μήπως καί πήρα αυτή την απόφαση για να είμαι ελεύθερος να την απο­λαύσω»! Καί με την εμπειρία της επιστροφής πια την ώρα αυτού του «εκ βαθέων» του παρατηρεί: «Ίσως το επέτρεψε ό Θεός για να δώσει στην αγνή καρδιά της μητέρας μου τη χα­ρά να κυοφορήσει μακροχρόνια κι επώδυνα τη σωτηρία μου»!Η περιπέτεια της αποστασίας αρχίζει στην Καρχηδόνα, όπου σπουδάζει Φιλολογία καί Ρητορική.
Πρωτεύει στις σπουδές, καμαρώνει γι' αυτό, το... εξαργυρώνει με ερωτικές κατακτήσεις! «Αφέθηκα γρήγορα να γίνω έρμαιο φοβερών παθών καί ηδονών... Δε ντρεπόμουν να μπλέκομαι σε περι­πέτειες επιπόλαιων ερώτων... Είχα υποδουλωθεί στη φρε­ναπάτη της ήδονοθηρίας, που ή ανθρώπινη άναισχυντία θε­ωρεί καί προβάλλει ως ελευθερία! Με πυρπολούσε ό πόθος τοϋ έρωτα... Το ν'αγαπώ καί ν'αγαπιέμαι μου ήταν πιο γλυ­κό, όταν απολάμβανα το κορμί του άγαπώμενου προσώπου»!"Ομολογίες ρεαλιστικές αλλά αφοπλιστικά ειλικρινείς σε θέμα πού ή εποχή μας απομυθοποιεί καί είδωλοποιεί συνάμα. «Ή μητέρα μου, αυτή ή ταπεινή δούλη του Θεού, που ή καρ­διά της ήταν εκκλησιά, αληθινή κατοικία του Κυρίου, αγωνιά, τρομάζει με το δρόμο πού πήρα... Με συμβουλεύει... μα δε δίνω την παραμικρή προσοχή... Θεωρώ τίς συμβουλές της απλοϊκές γυναικείες παραινέσεις»! Είναι ή ώρα της μεγάλης φωτιάς, ή ώρα πού ήδονοθήρας αυτός, δε θεωρεί την υπόθε­ση φρεναπάτη, αλλά... ελευθερία.
Δεν του περνάει από το νου ότι το τελευταίο δείχνει σαν «φύλλο συκής» της ανθρώπινης άναισχυντίας.Διαβάζει τότε Κικέρωνα, διαβάζει καί Γραφή, μα καταφεύ­γει στην αίρεση των Μανιχαίων! Δεν αργεί βέβαια να διαπι­στώσει ότι πρόκειται «για ανθρώπους, υπερφίαλους, κενόδοξους, φλύαρους, σαρκικούς. Ανθρώπους πού φώναζαν συ­νεχώς, "ή αλήθεια", "ή αλήθεια", μα δεν είχαν μιαν αλήθεια για Σένα, παρά μονάχα πλάνη»! Ωστόσο τους ακολουθεί με πάθος. Γι' αυτό ή αγωνία της μητέρας του κορυφώνεται, μα ή αγάπη της τη φέρνει κοντά του. «Ή μητέρα μου έχυσε εκείνη την περίοδο για μένα δάκρυα πιο πολλά από όσα χύνουν οί μανάδες μπρος στα νεκρά παιδιά τους... Με την πίστη της με έβλεπε σαν νεκρό... Αλλά ή αγάπη της πότιζε τώρα με πιο πολλά δάκρυα προσευχών το χώμα! Αύτη την ξανάφερε κο­ντά μου καί με μήνυμα θεϊκό, παράθυρο ελπίδας»!
c-portail.jpg
Παράθυρο ελπίδας από ένα όνειρο, όπου νεανίας γοητευ­τικός, παρότι την έβλεπε σε τόση θλίψη, χαμογελούσε καί της έλεγε: «Ηρέμησε, κοίταξε καί δες, όπου στέκεσαι εσύ, στέ­κεται καί ό γιος σου»! Καί κοίταξε καί βεβαιώθηκε, ήταν αλή­θεια. «Καί είχε τη δύναμη να ζει το όνειρο σαν τη χαρά της δικής μου επιστροφής, πού θα αργούσε πολύ ακόμα! Γιατί στα εννιά χρόνια πού ακολούθησαν κυλίστηκα σε βόρβορου βάραθρα, βυθίστηκα σε άβυσσο ψεύδους. Πάλευα βέβαια να βγω, αλλά βούλιαζα πιο βαθιά ακόμα»!
Το ευτύχημα όμως είναι, «ότι όλα αυτά τα χρόνια ή ευσε­βής καί εγκρατής χήρα μητέρα μου τρέφεται με την ελπίδα του ονείρου της! "Οτι δεν σταματά τους ποταμούς των δα­κρύων, τους στεναγμούς της καρδίας στις ατέλειωτες ώρες των προσευχών της για μένα»!

Και το ανθρώπινο παράπονο στο Θεό! «Εσύ άκουγες τίς παρακλήσεις της, μα άφηνες να κυλιέμαι σε βόρβορο, να παραδέρνω σε χάος... Να είμαιπλανώμενος καί πλανών, πα­ρασυρόμενος καί παρασύρων». Τόσο πού σοφός Επίσκοπος, δε δεχόταν να του μιλήσει παρά τίς θερμές παρακλήσεις της μητέρας του. «Είναι ισχυρογνώμων, εγωιστής, πνεύμα άντιλογίας, παθιασμένος αιρετικός. Άσ' τον ελεύθερο, της είχε πει, αλλά μη σταματήσεις τίς προσευχές σου, κάποτε θα κα­ταλάβει»! Εκείνη επέμενε να παρακαλεί καί αυτός της είπε: «Πήγαινε στην ειρήνη του Θεού.

Καί πίστεψε αυτό πού θα σου πω, ό Θεός δεν θα αφήσει να χαθεί ένα παιδί τόσων δακρύων»!Μήνυμα αιώνιο αυτό για κάθε αληθινή μητέρα! Μετά την Καρχηδόνα ιδρύει καί στη Ρώμη δική του Ρητορι­κή Σχολή. Εκεί ξεκόβει από τους Μανιχαίους, αλλά δεν έρχε­ται στην πίστη. Αρρωσταίνει πάλι βαριά καί ή μητέρα εντείνει τίς προσευχές της. Ό Θεός δεν έχει σχέδιο να τον πάρει πρίν αναγεννηθεί, να«καταφέρει πλήγμα θανατερό στην ψυχή αυτής της Άγιας Γυναίκας».
Γίνεται καλά κι έρχεται καί ιδρύ­ει νέα Ρητορική Σχολή στο Μιλάνο. Κορυφαία μορφή εδώ ό "Αγιος Αμβρόσιος, «ψυχή εκλεκτή, ευσεβής δούλος του Θεού, γνωστός σε όλο τον κόσμο. Τον αγαπώ, όχι όμως ως δάσκαλο της αλήθειας του Χριστού, έχω χάσει πια κάθε ελπί­δα σωτηρίας. Τον αγαπώ ως άνθρωπο πού με έχει συμπαθή­σει».Αυτή είναι ή κορύφωση της τραγωδίας του! Είναι πια πλάι σε μεγάλη πηγή «ύδατος ζώντος»! Άλλα δε νιώθει δίψα έλαφιού «επί τάς πηγάς των υδάτων»,δεν αισθάνεται την ανάγκη ν' αντλήσει «ύδωρ άλλόμενον εις ζωήν αϊώνιον»! Ή μητέρα σπεύδει, από την Αφρική στο Μιλάνο. Χαίρεται πού μαθαίνει πώς ξέκοψε από το Μανιχάίσμό. «Δεν είχα βρεί την αλήθεια ακόμα, όμως είχα απομακρυνθεί από το ψέμα»! Ωστόσο λυπάται πού οϋτε ένας Αμβρόσιος δεν είχε αγγίξει καμιά χορ­δή τήςς ψυχής του. Γνωρίζεται, συζητεί με τον "Αγιο, «διπλα­σιάζει τα δάκρυα καί τίς προσευχές της για μένα».

Ό Αυγουστίνος καί τότε ακόμα δείχνει να γλιστρά πιο πέ­ρα. Μετά από ένα μικρό διάστημα στην αστρολογία, καταφεύγει στο νεοπλατωνισμό, ένα φιλοσοφικό σύστημα της μόδας εκείνα τα χρόνια καί ζει κοινοβιακά με κάποιους φίλους. Πα­ράλληλα όμως δεν τον αφήνουν αδιάφορο ακούσματα για επι­στροφές στην πίστη κάποιων νομομαθών, γοητεύεται από το βίο του Άγιου Αντωνίου, διαβάζει την Αγία Γραφή πιο προσε­κτικά.Ηταν φανερό: το δίχτυ της Αγάπης του Θεού απλωνό­ταν πια για τα καλά πάνω άπ' τη ζωή του, ή αναγέννηση «εξ ύδατος καί πνεύματος» ερχόταν.Καί ήρθε, σε κείνο τον περίπατο, τότε πού περνούσαν μπρος άπ' τα μάτια του ταινία κινηματογραφική τα κρίματά του.

15_32_6_web.jpg
Τότε πού εκείνο το ρίγος της μετάνοιας ένιωσε να διαπερνά καί το κορμί του. Αυτό πού είχε κατεργαστεί τα κρίματά της ψυχής του δεκαέξι τόσα χρόνια! Τότε πού ή παιδική φωνή τρα­γουδούσε κι έψαλλε το λυτρωτικό:Tolle et lege'', «άνοιξε καί διάβασε». Τότε πού το βλέμμα του συλλάβισε τον σωτήριο στί­χο: «Ως εν ήμερα εύσχημόνως περιπατήσωμεν, μη κώμοις καί μέθαις, μη κοίταις καί άσελγείαις, μη έριδι καί ζήλω...» (Ρωμ. 14,13). Τότε πού στο τέλος της ανάγνωσης είχαν αλλά­ξει όλα! Είχε αρχίσει το «ένδύσασθε τον Κύριον Ίησούν Χριστόν», είχε γλυκοχαράξει ή ανατολή ενός νέου κόσμου!Καί ή μητέρα ευχαριστούσε το Θεό: «Μου έδωσε ό,τι του ζητήσαμε το παραπάνω»!'Έλεγε το δικό της«νυν απολύεις»! «"Ωρα να φύγω πια από αυτόν εδώ τον κόσμο»'Τό όνειρο της ελπίδας κι ό λόγος του Επίσκοπου ήταν ψηλαφητή αλήθεια.
Ό γιος της ήταν πια «στον δικό της τόπο», «ό Θεός δεν είχε αφή­σει να χαθεί ένα παιδί τόσων δακρύων». Καί όχι μόνο, αλλά καί το ανέδειξε Μεγάλο δικό Του, Μεγάλο Πατέρα της Εκκλησίας, με παρουσία αγάπης καί γραφή στη Δύση ανάλογη με κείνη πού αξίωσε στην Ανατολή τους Τρεις Ιεράρχες. Η Αγία Μόνικα, ή μητέρα του Αγίου Αυγουστίνου, είχε με­γάλο πρόβλημα με το γιο της, σταυρό βαρύ, ασήκωτο. Το πέρασε όμως άπό μαρτύριο δακρύων, από στεναγμούς καρ­δίας, στα γόνατα ώρες ατέλειωτες δεκάξι τόσα χρόνια. Καί ή απάντηση του Θεού ήρθε! Το υπόδειγμα λέει κάτι ελπιδοφόρο.Σέ πολλές σημερινές μητέρες.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Ελάτη



Ιερά Μονή Δοχειαρίου


Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου



Ιερά Μονή Οσίου Δαβίδ



Καρούλια. Αγιο Ορος



Προυσιώτισσα

Αγιο Ορος Ι.Μ Διονυσίου

Ψήγματα Ορθοδοξίας