φενεος

Ιησούς Σινά

Εγώ πατήρ, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφεύς, εγώ ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος, παν όπερ αν θέλεις εγώ. Μηδενός εν χρεία καταστείς. Εγώ δουλεύσω.

Ήλθον γαρ διακονήσαι, ου διακονηθήναι. Εγώ και φίλος και ξένος και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μήτηρ. Πάντα εγώ.

Μόνον οικείως έχε προς εμέ. Εγώ πένης δια σέ και αλήτης δια σέ, επι σταυρού δια σέ, άνω υπέρ σου εντυγχάνω τω Πατρί κάτω υπέρ σου πρεσβευτής παραγέγονα παρά του Πατρός.

Πάντα μοι σύ και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος.

Τι πλέον θέλεις;

Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Ψηγματα all

Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2021

Ὁ ὑποχρεωτικός ἐμβολιασμός. Ἱερομ. Εὐθύμιος Αγιον Ορος

 


Σεβαστή Γερόντισσα, εὐλογεῖτε.

 

Ἔλαβα τήν ἐπιστολή σας πρό καιροῦ, καί ζητῶ νά μέ συγχωρέσετε πού καθυστέρησα νά σᾶς ἀπαντήσω, λόγῳ ἐλλείψεως χρόνου. Δυσκολεύομαι, πράγματι, νά ἀπαντῶ στά γράμματα, ἀλλά, ἐπειδή εἶδα τήν ἀνησυχία σας γιά ὅσα συμβαίνουν στίς μέρες μας καί τήν καλή σας διάθεση νά ἐνεργῆτε σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, σᾶς ἀπαντῶ.

Δέν σᾶς γνωρίζω, καί εἶναι δύσκολο νά μέ συναντήσετε, ὅπως ἐπιθυμεῖτε. Στήν ἐρώτησή σας, ἄν μπορῆτε τήν ἀπάντησή μου νά τήν κοινοποιήσετε καί σέ ἄλλους, δέν ἔχω ἀντίρρηση. Ἄλλωστε, οἱ ἀπόψεις μου γιά τόν κορωνοϊό καί τό ἐμβόλιο εἶναι γνωστές, καί αὐτά περίπου λέγω καί στούς προσκυνητές, ὅταν μέ ἐρωτοῦν.

Καθημερινῶς, «ὡς κύματα θαλάσσης κυμαινομένης» καταφθάνουν προσκυνητές στό Ἅγιον Ὄρος, καί κάποιοι μέχρι τό Κελλί μας. Ὅλοι αὐτοί, καθώς καί ὅσοι στέλνουν γράμματα, ἔχουν μία ἀγωνία καί ἕνα ἐρώτημα: «Τί θά γίνη μέ τό ὑποχρεωτικό ἐμβόλιο;». Ὅλα τά ὑπόλοιπα προβλήματα πού τούς ἔπνιγαν μέχρι τώρα τέθηκαν σέ δεύτερη μοῖρα.

Ὁ ἐξοχώτατος Πρωθυπουργός τῆς χώρας μας, στήν προσπάθειά του γιά τήν ἀντιμετώπιση τῆς ἐπιδημίας τοῦ κορωνοϊοῦ, ἔχει ἐπιβάλει ἕναν αὐστηρό ἔλεγχο, πού φαίνεται ὅτι ξεπερνᾶ τίς ἀντοχές τοῦ λαοῦ. Ἐπέβαλε τά πιό αὐστηρά περιοριστικά μέτρα, τά μεγαλύτερα πρόστιμα καί τούς πιό παρατεταμένους ἐγκλεισμούς ἀπό ὅλες τίς χῶρες τῆς Εὐρώπης. Ἀναρμοδίως ἐπενέβη στά τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας, κλείνοντας τούς Ναούς καί στερώντας τούς πιστούς ἀπό τήν βοήθεια τῶν ἁγιαστικῶν Μυστηρίων μέ μέτρα ἐξαιρετικά αὐστηρά καί ἄνισα γιά τούς χριστιανούς. Οἱ ἐνέργειές του ἀποκαλύπτουν τήν διάθεσή του νά ταπεινώση καί νά ἀποδυναμώση τήν Ἐκκλησία.

Μάλιστα, ἀπό τόν ὑπερβάλλοντα ζῆλο του γιά τήν ἐπιτυχῆ ἀντιμετώπιση τοῦ ἰοῦ, εἰσηγήθηκε τό πιστοποιητικό ἐμβολιασμοῦ, καί ἀνακοίνωσε προνόμια γιά τούς ἐμβολιασμένους. Αὐτό δέν θά εἶναι ἕνα ἁπλό χαρτί, μιά συνηθισμένη βεβαίωση. Ἄν παρ’ ἐλπίδα ἐφαρμοσθῆ αὐτό, τότε ὅσοι δέν θά ἐμβολιασθοῦν καί δέν θά ἔχουν αὐτό τό πιστοποιητικό, θά ἀποκλείωνται ἀπό παντοῦ. Τό Συμβούλιο τῆς Εὐρώπης (2361/2021) ἀποφάνθηκε ὅτι τό ἐμβόλιο δέν εἶναι ὑποχρεωτικό καί δέν πρέπει νά γίνεται διάκριση ἐμβολιασμένων καί μή. Ὁ Πρωθυπουργός τῆς Ἑλλάδος, ἐνεργώντας αὐταρχικά, γίνεται βασιλικώτερος τοῦ βασιλέως, διχάζει τόν Ἑλληνικό λαό καί ἐπιβάλλει μία δικτατορία χειρίστου εἶδους.

Αὐτήν τήν ἀντισυνταγματική καί παράνομη προσπάθεια τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἀνέλαβαν μέ θεῖο ζῆλο νά θέσουν σέ ἐφαρμογή κάποιοι Ἐπίσκοποι, ἀπειλώντας καί ἐκβιάζοντας ἱερεῖς, μοναχούς καί τόν λαό τοῦ Θεοῦ νά ἐμβολιασθοῦν. Ἔχουν αὐτήν τήν ἐξουσία νά τούς ἐκβιάζουν νά ἐμβολιασθοῦν παρά τήν θέλησή τους;

Ὁ Σωτήρας μας Χριστός θεράπευε μόνο ὅσους ζητοῦσαν τήν θεραπεία. Τούς ἄλλους ἀσθενεῖς, πρίν τούς θεραπεύση, πρῶτα τούς ρωτοῦσε: «Θέλεις ὑγιής γενέσθαι;». Οὔτε μᾶς θεραπεύει, οὔτε μᾶς σώζει χωρίς τήν θέλησή μας, καίτοι ἐπιθυμεῖ πολύ τήν σωτηρία μας. Δέν καταργεῖ τήν ἐλευθερία μας ὁ Θεός, σέβεται τό αὐτεξούσιο, πού ὁ ἴδιος μᾶς ἔδωσε. Κατά τόν ἅγιο Χρυσόστομο «Μή βουλομένους οὐ βιάζεται ὁ Θεός» (PG 51,143).

Οἱ σημερινοί «σωτῆρες» μας δέν μᾶς ὑπολογίζουν. Μέ τό πρόσχημα τῆς ὑγείας καταργοῦν τήν ἐλευθερία μας. Ὑστερα ἀπό τόν φόβο τοῦ ἰοῦ, ἦλθε ἡ τρομοκρατία ἐξ αἰτίας τοῦ ὑποχρεωτικοῦ ἐμβολιασμοῦ. Ζοῦμε δυστυχῶς τόν διχασμό, τό μῖσος καί τήν διάκριση τοῦ λαοῦ σέ κατηγορίες ἀνθρώπων. Ἡ σημερινή κατάσταση θυμίζει λίγο τήν Ἑλλάδα κατά τόν ἐμφύλιο πόλεμο. Προετοιμάζει καί προϊδεάζει τήν ἐποχή τοῦ Ἀντιχρίστου. Ὅπως τότε θά ἀποκλείωνται ἀπό τίς ἀγοραπωλησίες, τίς δημόσιες θέσεις καί τά ταξίδια ὅσοι δέν θά ἔχουν τό χάραγμα, παρομοίως, ἄν ἐφαρμοσθῆ τό πιστοποιητικό ἐμβολιασμοῦ, θά ἀποκλείωνται ἀπό παντοῦ ὅσοι δέν θά ἐμβολιασθοῦν. Τά κοινά στοιχεῖα εἶναι φόβος, ἐξαναγκασμός, παρακολούθηση.

Τό θέμα τοῦ κορωνοϊοῦ εἶναι βεβαίως, ἐκ πρώτης ὄψεως ἰατρικό, ἔγινε, ὅμως, περισσότερο πολιτικό πιό πολύ ὁμιλοῦν οἱ πολιτικοί καί οἱ δημοσιογράφοι, εἶναι καί οἰκονομικό, καί ἔγινε ἄριστο μέσο ἐπιβολῆς καί ἐλέγχου. Ὁπωσδήποτε, εἶναι καί πνευματικό, καθότι μέ τήν πρόφασή του καταργεῖται τό αὐτεξούσιό μας ἐνῶ γιά τήν παρασκευή τοῦ ἐμβολίου χρησιμοποιήθηκαν κύτταρα ἀπό ἐκτρωμένο ἔμβρυο.

Ὑπάρχουν διαδιδόμενες μαρτυρίες, οἱ ὁποῖες συνεχῶς αὐξάνουν, ὅτι στά ἀεροδρόμια ὑπάρχει μηχάνημα πού ἀναγνωρίζει τούς ἐμβολιασμένους καί ὅτι σέ ὁρισμένα κινητά τηλέφωνα μέ μιά συγκεκριμένη ἐφαρμογή, ὅταν πλησιάση ἐμβολιασμένος, ἐμφανίζεται ἕνας δωδεκαψήφιος ἀριθμός, στοιχεῖα ἀποδεικτικά ὅτι μέσῳ τοῦ ἐμβολίου μπορεῖ ὁ ἐμβολιασμένος νά παρακολουθῆται. Γι’ ὅλα αὐτά θά μᾶς διαφωτίσουν οἱ εἰδικοί καί πιστεύω ὅτι ὁ Θεός θά ἀποκαλύψη ὅλη τήν ἀλήθεια.

Διατέθηκαν πολλά χρήματα καί ἔγινε πολλή διαφήμιση γι’ αὐτό τό περίφημο ἐμβόλιο. Ἀρκετοί τό ἔκαναν μέ τήν πρόθεση νά προστατέψουν τήν ὑγεία τους. Δικαίωμά τους. Εὐχώμαστε εἰλικρινά κανείς ἀπό τούς ἐμβολιασθέντες νά μήν πάθη τίποτε. Ἄς ἀφήσουν, ὅμως, ἥσυχους καί ἐλεύθερους τούς ἀνθρώπους νά ἀποφασίσουν. Ὅσους δέν θέλουν νά κάνουν τό ἐμβόλιο, κανείς δέν πρέπει καί δέν ἔχει τό δικαίωμα νά τούς ἐξαναγκάση μέ ὁποιονδήποτε τρόπο νά ἐμβολιασθοῦν.

Δέν εἴμαστε γενικῶς κατά τῶν ἐμβολίων. Τά παλαιά δοκιμασμένα ἐμβόλια ἔσωσαν πολλούς. Τά νεώτερα ἔχουν ἀρκετές ἀνεπιθύμητες ἐνέργειες. Γι’ αὐτό εἰδικά τό ἐμβόλιο οἱ ἄνθρωποι ἔχουν δικαιολογημένους φόβους. Εἶναι ἕνα ἐμβόλιο πού ἀκόμα πρίν τήν παρασκευή του ἔγινε μέ νόμο ὑποχρεωτικό, ἦραν τίς εὐθύνες καί τίς ἀποζημιώσεις ἀπό τίς παρασκευάστριες ἑταιρεῖες, τόσο γρήγορα τέθηκε σέ χρήση χωρίς νά δοκιμασθῆ ἐπαρκῶς, δέν καλύπτει πλήρως τούς ἐμβολιασμένους, καί κάθε μέρα πληροφορούμαστε σοβαρές παρενέργειες καί θανάτους ἐμβολιασμένων. Αὐτά τά στοιχεῖα τά μαθαίνομε ὄχι μόνο ἀπό στατιστικές ἀλλά καί ἀπό ἀνθρώπους γνωστούς καί συγγενεῖς.

Ὅπως θρηνήσαμε τόν θάνατο γνωστῶν καί συγγενικῶν προσώπων ἀπό τόν κορωνοϊό, ἔτσι τώρα θρηνοῦμε γιά ἀρρώστους καί πεθαμένους ἀπό τό ἐμβόλιο. Ἀπό τήν Σκύλλα (ἰό) ἡ μόνη λύση εἶναι νά πᾶμε στήν Χάρυβδη (ἐμβόλιο προβληματικό); Δέν ὑπάρχει θεραπεία γιά τόν ἰό;

Δέν εἶμαι γιατρός γιά νά ἐκφέρω γνώμη. Γνωρίζω, ὅμως, γιατρούς πού ἀντιμετώπισαν ἐπιτυχῶς μέ ἀντιβιώσεις, βιταμίνες καί ἄλλα φάρμακα τούς νοσήσαντες ἀπό τόν ἰό. Γιατρός γνωστός μου ἔδωσε ἀντιβίωση καί ἄλλα φάρμακα σέ ἑκατοντάδες ἀσθενεῖς καί κανείς δέν πέθανε. Ὑπάρχει θεραπεία γιά τόν ἰό, ἀλλά κάποιοι δέν τήν θέλουν. Μόνο τό ἐμβόλιο προβάλλουν. Διάβασα τίς γνωστές δηλώσεις τοῦ Γάλλου ἐπιστήμονα Luc Antoine Montagnier, κατόχου τοῦ βραβείου Νόμπελ, ὁ ὁποῖος εἶπε: «Ὑπάρχουν ἀποτελεσματικές θεραπεῖες πού εἶναι καί φθηνές, ὅπως ἡ ἀζιθρομυκίνη καί ἡ ὑδροξυχλωροκίνη. Τό ἐμβόλιο δέν εἶναι θεραπεία. Ἡ ἔρευνα πρέπει νά στραφῆ πρός τήν θεραπευτική ἀντιμετώπιση». Ἄν ὄντως ἦταν ἐπαρκῶς δοκιμασμένο καί προφύλασσε ἀποτελεσματικά χωρίς παρενέργειες καί θανάτους, ὁ κόσμος θά ἐπληροφορεῖτο ἐσωτερικά καί δέν θά χρειαζόταν ὅλη αὐτή ἡ προπαγάνδα καί ἡ πίεση. Μόνοι τους θά ζητοῦσαν τό ἐμβόλιο. Ἀρκετά ταλαιπωρήθηκε ὁ λαός μας ἀπό αὐτήν τήν ἐπώδυνη ἱστορία τοῦ κορωνοϊοῦ. Ἄς ἀφήσουν, ἐπί τέλους, τόν καθένα νά ἐνεργήση ἐλεύθερα κατά τήν κρίση του, χωρίς πιέσεις.

Στά δύσκολα χρόνια πού ζοῦμε, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη ἐποχή, ἡ καταφυγή μας καί ἡ σωτηρία μας εἶναι ἡ Ἐκκλησία μας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὄχι μόνο ἡ κιβωτός πού μᾶς σώζει, ἀλλά εἶναι γιά τά δύσκολα. Ὅπου ἡ ἐπιστήμη καί ἡ ἀνθρώπινη προσπάθεια ἀδυνατοῦν νά βοηθήσουν, ἡ Ἐκκλησία, ὅταν χρησιμοποιήση τά πνευματικά της μέσα καί τά δικά της σωτήρια φάρμακα, κάνει τά ἀδύνατα δυνατά καί θεραπεύει κάθε ἀσθένεια καί δύναται νά ἐξαφανίση κάθε ἐπιδημία, ὅσο μεταδοτική καί θανατηφόρα καί ἄν εἶναι αὐτή, ὅπως διδάσκει ἡ Ἐκκλησιαστική μας ἱστορία. Ὅπως ἡ κιβωτός τοῦ Νῶε, πού προεικόνιζε τήν Ἐκκλησία, περιεῖχε ζῶα καθαρά καί μή καθαρά, ἔτσι καί ἡ Ἐκκλησία μας περιλαμβάνει ἁγίους καί ἁμαρτωλούς, δικαίους καί ἀδίκους, μασκοφόρους καί μή, ἐμβολιασμένους καί μή. Ὅλοι χωρᾶνε στόν Οἶκο τοῦ Θεοῦ. Ἔμεῖς δέν πρέπει νά χωρίζωμε τούς ἀνθρώπους, οὔτε νά θεωροῦμε τούς ἐμβολιασμένους σάν χαραγμένους ἀρνητές τοῦ Χριστοῦ. Οὔτε πάλι οἱ ἐμβολιασμένοι νά ἐλέγχουν καί νά πιέζουν ἀφόρητα ὅσους δέν θέλουν νά κάνουν τό ἐμβόλιο, ὅπως συνήθως συμβαίνει. Ἴσως στό μέλλον, ὅταν ἀποκαλυφθῆ ἡ ἀλήθεια γιά τό ἐμβόλιο, πολλοί νά μετανοιώσουν πού τό ἔκαναν, ὅπως ἤδη μετάνοιωσαν μερικοί. Ἤδη ἀνακοινώθηκε ὅτι δύο γνωστές ἑταιρεῖες, ἀπέσυραν τά ἐμβόλιά τους ὡς ἐπικίνδυνα. Μέ τέτοια ἐμβόλια ὁ Πρωθυπουργός προσπαθεῖ νά κτίση τό πολυδιαφημισμένο τεῖχος τῆς ἀνοσίας; Καί γιά ὅσους ἔπαθαν ἀνήκεστη βλάβη τῆς ὑγείας τους καί γιά ὅσους πέθαναν, δέν ἔχει εὐθύνη; Παίζουν μέ τήν ὑγεία καί τήν ζωή τῶν ἀνθρώπων; Εἶναι δυνατόν πλέον νά πιστέψομε ὅτι αὐτοί ἐνδιαφέρονται γιά τήν ὑγεία μας;

Σεβαστή Γερόντισσα. Μέ αὐτά τά λίγα ἀποτυπώνω τόν πόνο μου καί ἀπαντῶ στήν ἐρώτησή σας, πού εἶναι παρόμοια μέ τήν ἀγωνία καί τόν προβληματισμό πλήθους ἀνθρώπων. Ἀνησυχῶ γιά τήν διαίρεση τοῦ λαοῦ μας. Τά κόμματα ἀνέκαθεν κομμάτιαζαν καί χώριζαν τόν λαό. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἑνώνει μεταξύ μας σέ ἕνα σῶμα μέ κεφαλή τόν Χριστό. Ἀκόμα καί τό ὄνομα Ἐκκλησία εἶναι ὄνομα ἑνότητος. Ἡ ἱστορία διδάσκει ὅτι ὅσες φορές ὁ λαός χωρίστηκε, ἐπακολούθησε καταστροφή. Ὅσες φορές οἱ ἐχθροί τοῦ Ἔθνους μας σχεδίαζαν καί «ἐμελέτησαν κακά» γιά μᾶς, προηγουμένως παρασκεύαζαν τήν διαίρεση τοῦ λαοῦ. Πρίν τήν Ἅλωση τόν εἶχαν διαιρέσει μέ ψευδοενώσεις σέ ἑνωτικούς καί σέ ἀνθενωτικούς· πρίν τήν Μικρασιαστική καταστροφή σέ Βασιλικούς καί σέ Βενιζελικούς· πρίν τόν ἐμφύλιο πόλεμο διακρίνονταν σέ κομμουνιστές καί σέ Ἐθνικόφρονες καί πρίν τήν εἰσβολή τῶν Τούρκων στήν Κύπρο, ὁ λαός εἶχε χωρισθῆ σέ Μακαριακούς καί Ἀντιμακαριακούς. Σέ παρόμοιες περιπτώσεις ἡ λύση δέν εἶναι ἡ ὑποταγή τῆς Ἀληθείας, στήν πλάνη χάριν τῆς ἑνότητος, ἀλλά ὁ ἀνιδιοτελής ἀγῶνας γιά τήν ἐπικράτηση τῆς Ἀληθείας ἡ ὁποῖα μᾶς ἐλευθερώνει. Ἔχομε ἀνάγκη ἀπό μετάνοια καί προσευχή γιά νά δώση ὁ Θεός τέλος στήν δοκιμασία. Τό Ἅγιο Πνεῦμα πού γιορτάζομε τήν ἐπιφοίτησή Του, «καλεῖ πάντας εἰς ἑνότητα». Ἐπειδή εἶναι καί Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, εἴθε νά μᾶς ἀποκαλύψη ὅλη τήν ἀλήθεια γιά τά ἐμβόλια.

Εὔχομαι ὁ τριαδικός Θεός νά δίνη τήν χάρη Του σέ ὅσους ἐνεργοῦν μέ πόνο καί εἰλικρίνεια γιά τήν ὑγεία τῶν ἀνθρώπων, σέ ὅσους σέβονται τήν ἐλευθερία καί σέ ὅσους ἀγωνίζονται γιά τήν ἑνότητα τοῦ λαοῦ, δίνοντας ἐλπίδα καί ἐνισχύοντας τήν πίστη του.

 

 

Μέ τήν ἐν Χριστῷ φιλαδελφία μου

καί ἄπειρες εὐχές

 

Ἱερομ. Εὐθύμιος

Καλύβη Ἀναστάσεως

Ἅγιον Ὄρος

7/20 Ἰουνίου 2021

 

πηγή 

 enromiosini


Παρασκευή, 2 Απριλίου 2021

Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν! Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

 


Είναι όντως συγκλονιστικό αυτό που αναφέρει ο Άγ. Ιω. Χρυσόστομος:

«Μου αναπτέρωσες πολύ το κουράγιο και μ’ έκανες να σκιρτώ από χαρά γιατί, αφού μου ανήγγειλες τα δυσάρεστα, πρόσθεσες τη φράση, που πρέπει να λέμε σε όλα όσα συμβαίνουν:

«Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν» (δηλ. Δόξα στον Θεό για όλα)

Αυτή η φράση είναι θανατηφόρο πλήγμα για τον διάβολο!

Είναι πολύ μεγάλη γι’ αυτόν που την λέει σε κάθε κίνδυνο, προϋπόθεση ασφάλειας κι ευχαρίστησης.

Γιατί μόλις την απαγγείλει κανείς, αμέσως διασκορπίζεται το σύννεφο της λύπης.

Μην παύσεις να την λες και να ασκείς και τους άλλους σ’ αυτό.

Έτσι και η φουρτούνα που μας βρήκε, κι αν ακόμη γίνει μεγαλύτερη, θα μεταβληθεί σε γαλήνη.

Έτσι κι όσοι δοκιμάζονται θα πάρουν μεγαλύτερη αμοιβή παράλληλα προς την απαλλαγή τους απ’ τα δεινά.

Αυτή η φράση ανέδειξε τον Ιώβ νικητή, αυτή η φράση έτρεψε σε φυγή τον διάβολο, κι αφού τον γέμισε από ντροπή τον έκανε να αναχωρήσει, αυτή είναι εξάλειψη κάθε ταραχής …»

[Απ’ την 193 Επιστολή του]

Σημειώνεται ότι με την φράση αυτή ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος άφησε την τελευταία του αναπνοή!

πηγή

fotodotes

 

****************

Ο 4ος μ. Χ. αιώνας χαρακτηρίζεται ως ο «χρυσός αιώνας της Θεολογίας», χάρις στους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας, οι οποίοι έζησαν και έδρασαν την συγκεκριμένη εκείνη χρονική περίοδο.

Ένας από αυτούς ήταν και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο οποίος συγκαταλέγεται στους κορυφαίους Πατέρες της Εκκλησίας μας και στους μεγάλους άνδρες της ιστορίας.

Μάλιστα ανήκει στη χορεία των Τριών Ιεραρχών, μαζί με τον Μέγα Βασίλειο και τον Γρηγόριο το Θεολόγο.

Γεννήθηκε στην Αντιόχεια το 354, κατ’ άλλους το 347. Ο πατέρας του ονομαζόταν Σεκούνδος. Ήταν στρατηγός και ειδωλολάτρης, τον οποίο μετέστρεψε στον Χριστιανισμό η σύζυγός του και μητέρα του Ιωάννη, η υπέροχη Ανθούσα.

Ο πατέρας του πέθανε νωρίς, αφήνοντας μόνους, την 20χρονη Ανθούσα με τον μικρό Ιωάννη. Εκείνη ανάλαβε να τον μεγαλώσει με παιδεία και φόβο Θεού και να του δώσει χριστιανική
ανατροφή.

Ως ευκατάστατη, φρόντισε να τον σπουδάσει στα καλλίτερα σχολεία της Αντιόχειας. Αφού ολοκλήρωσε την εγκύκλιο μόρφωσή του, προσκολλήθηκε στον ονομαστό ειδωλολάτρη Λιβάνιο ώστε να συμπληρώσει τις σπουδές του στην ρητορική και στη φιλοσοφία.

Η επίδοσή του ήταν τέτοια ώστε ο Λιβάνιος τον προόριζε για διάδοχό του στη Σχολή! Αλλά όταν διαπίστωσε ότι ήταν Χριστιανός και προόριζε τον εαυτό του για τη διακονία της Εκκλησίας, είπε με πικρία: «δυστυχώς τον Ιωάννη τον κέρδισε η Εκκλησία»!

Αμέσως μετά σπούδασε Θεολογία στην ονομαστή Θεολογική Σχολή της Αντιόχειας. Άσκησε για λίγο χρόνο το επάγγελμα του ρήτορα, στο οποίο σημείωσε μεγάλη επιτυχία.

Όμως πολύ γρήγορα και μετά το θάνατο της μητέρας του, εγκατέλειψε την κοσμική δόξα, το προσοδοφόρο επάγγελμα και τις ιαχές του πλήθους και αφιερώθηκε στην υπηρεσία της Εκκλησίας.

Το 372 βαπτίστηκε και αποφάσισε να γίνει μοναχός. Αποσύρθηκε στην έρημο για κάθαρση, προσευχή και πνευματική προετοιμασία για την κατοπινή πορεία της ζωής του. Έμεινε εκεί πέντε χρόνια, ασκούμενος και μελετώντας τις άγιες Γραφές.

Όμως από την αυστηρή άσκηση κλονίστηκε σοβαρά η υγεία του. Το πρόβλημα αυτό της υγείας του θα τον συνοδεύει σε όλη του τη ζωή και θα τον ταλαιπωρεί. Γι’ αυτό γύρισε στην Αντιόχεια.

Το 381χειροτονήθηκε διάκονος από τον αρχιεπίσκοπο Μελέτιο και το 385 πρεσβύτερος από τον διάδοχό του Φλαβιανό. Για δεκατρία ολόκληρα χρόνια εργάστηκε δραστήρια και
αναδείχθηκε πρότυπο ποιμένα, διδασκάλου και κοινωνικού εργάτη.

Εκφωνούσε πύρινους λόγους και η ευγλωττία του σαγήνευε τα πλήθη, τα οποία συνέρρεαν να τον ακούσουν.

Χιλιάδες ειδωλολάτρες πίστευαν και εντάσσονταν στην Εκκλησία. Αξιόλογη υπήρξε επίσης και η κοινωνική του προσφορά. Πλήθος αναξιοπαθούντων έβρισκαν κοντά του πνευματική και υλική στήριξη.

Η φήμη του Ιωάννη έφτασε παντού, μέχρι και την Βασιλεύουσα. Στις 15 Δεκεμβρίου του 397 κλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Αρκάδιο (395-408) για να βοηθήσει
στην ανόρθωση της Εκκλησίας.

Εκεί, το 398 αναγκάστηκε, παρά τη θέλησή του, να χειροτονηθεί επίσκοπος και να αναλάβει το θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως.

Ως αρχιεπίσκοπος της πρωτόρθονης Εκκλησίας, επιδόθηκε με πρωτοφανή ζήλο για την ανόρθωση των εκκλησιαστικών πραγμάτων.

Απομάκρυνε τους διεφθαρμένους και ανάξιους ιερωμένους και προώθησε τους άξιους. Καθαίρεσε 13 τουλάχιστον επισκόπους για «σιμωνία» και ηθικά παραπτώματα.

Από τις πρώτες μέρες οργάνωσε ένα καταπληκτικό δίκτυο ανακούφισης των χιλιάδων φτωχών και κατατρεγμένων της Κωνσταντινουπόλεως. Σίτιζε καθημερινά περισσότερους από 7.000 απόρους.

Δημιούργησε επίσης ιδρύματα, νοσοκομεία και άσυλα για τα ορφανά, τις χήρες, τους ηλικιωμένους, τους ασθενείς και ανάπηρους, όπου παρέχονταν δωρεάν διακονία σε όλους.

Ταυτόχρονα οργάνωσε ακόμα μια γιγαντιαία ιεραποστολική αποστολή με μοναχούς ιεραποστόλους στην Περσία, την Κελτική, την Φοινίκη, τη Σκυθία και την Γοτθία, μεταστρέφοντας χιλιάδες ειδωλολατρών και ιδρύοντας Εκκλησίες στις χώρες αυτές.

Μιλούσε αδιάκοπα και με τη γνωστή ρητορική του δεινότητα σαγήνευε τα πλήθη, ελέγχοντας την αμαρτία και τη διαφθορά.
Ανέλαβε, επίσης έναν τιτάνιο αγώνα κατά της διαφθοράς και της ακολασίας που είχε επικρατήσει στην πλούσια πρωτεύουσα του κράτους.

Ο έλεγχός του έφτασε μέχρι τα ανάκτορα και ιδιαίτερα στηλίτευσε την διεφθαρμένη αυτοκράτειρα Ευδοξία και τον επίσης διεφθαρμένο αυλικό Ευτρόπιο.

Ήρθε σε ρήξη με τους ισχυρούς του χρήματος, της κρατικής εξουσίας και επίσης με τους διεφθαρμένους επισκόπους και κληρικούς.

Το αποτέλεσμα των ελέγχων του ήταν να πέσει σε δυσμένεια και να υποστεί φοβερές διώξεις. Η αδίστακτη αυτοκράτειρα, πέτυχε με τη βοήθεια του επίσης διεφθαρμένου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Θεοφίλου και τη συμμετοχή 36 επισκόπων, να συγκαλέσει το 403 την εν Δρυ
ψευδοσύνοδο, να καθαιρέσει τον Χρυσόστομο και να τον εξορίσει στην Βηθυνία.

Μετά όμως από σφοδρή αντίδραση και στάση του πιστού λαού, η Ευδοξία αναγκάστηκε να τον ανακαλέσει από την εξορία και να αποκαταστήσει στο θρόνο του. Αλλά ο μεγάλος ελεγκτής δεν έπαψε και πάλι να στηλιτεύει τη διεφθαρμένη εξουσία.

Το 404 τον εξόρισε και πάλι στην Κουκουσό της Καππαδοκίας και από εκεί πιο μακριά, στα Κόμανα του Πόντου, στα σύνορα με την Αρμενία, όπου κοιμήθηκε αποκαμωμένος από τις ταλαιπωρίες και τις σωματικές του παθήσεις στις 14 Σεπτεμβρίου του 407.

Το 438 αποκομίσθηκε το λείψανό του με τιμές στην Κωνσταντινούπολη, όπου σύσσωμος ο λαός της Βασιλεύουσας φώναζε: «Ιωάννη γύρισες στο θρόνο σου»!

Το συγγραφικό θεολογικό έργο που κληροδότησε στην Εκκλησία είναι τεράστιο. Υπήρξε απαράμιλλος ερμηνευτής των Γραφών, πραγματική αυθεντία για τους κατοπινούς θεολόγους. Έγραψε πλήθος επιστολών.

Μας διασώθηκαν επίσης πληθώρα ομιλιών του, τις οποίες κατέγραφαν σύγχρονοι ταχυγράφοι, και τις οποίες διακρίνει η ρητορική δεινότητα του μεγάλου άνδρα, η σαφήνεια και η απλότητα.

Για τούτο και η Εκκλησία μας του προσέδωσε τον τίτλο Χρυσόστομος, διότι υπήρξε πραγματικά ο μεγαλύτερος ρήτορας, το γλυκόλαλο αηδόνι της Εκκλησίας, όπως παρατηρεί σύγχρονος στοχαστής.

Τέλος συνέθεσε και την Θεία Λειτουργία, η οποία επικράτησε να τελείται στις Εκκλησίες μας ως σήμερα.

Ο Ιερός Χρυσόστομος είναι (πρέπει να είναι) το διαχρονικό σύμβολο του ασυμβίβαστου ανθρώπου με το κακό, όπου αυτό βρίσκεται, είτε στην Εκκλησία, είτε στην κοσμική εξουσία, είτε στην κοινωνία.

Είναι ο άνθρωπος εκείνος, ο οποίος, με την προσωπική του κάθαρση, κατανόησε ότι έχουμε χρέος ως Χριστιανοί να πολεμάμε το κακό, με όποιο προσωπικό κόστος.

Ο μεγάλος αυτός άνδρας θα πρέπει να αποτελεί το πρότυπο του συνεπούς αγωνιστή και για μας σήμερα, κληρικούς και λαϊκούς, να αγωνιζόμαστε, στα μέτρα των δυνατοτήτων μας, για την εκβολή του κακού από τον κόσμο του Θεού, αδιαφορώντας, όπως εκείνος, για
τις όποιες συνέπειες.

Η Μνήμη του τιμάται στις 13 Νοεμβρίου και η ανακομιδή των λειψάνων του στις 27 Ιανουαρίου. Τιμάται επίσης και στις 30 Ιανουαρίου, μαζί με τους άλλους δύο

Ιεράρχες, οι οποίοι, ομού, τιμώνται ως προστάτες της παιδείας, της επιστήμης και του πολιτισμού.

Του Λάμπρου Κ. Σκόντζου Θεολόγου

πηγή

 romfea

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2021

Παράδειγμα μετανοίας…Οσία Μαρία η Αιγυπτία!

 

 

Εγεννήθηκε στην Αίγυπτο το 345μ.Χ., πολύ δε νωρίς άνθησε και ακτινοβόλησε θαυμασία η φυσική της ωραιότης. Αλλ’ η ανατροφή της δεν υπήρξε ικανή να διορθώση και να χαλιναγωγήση την εκτάκτως θερμήν και φλογεράν κράσιν της.

Μάταια οι γονείς της την συμβούλευσαν, και ανωφελώς οι ιερείς την ενουθέτησαν. Άκουεν αλλά για να παρακούη.

    Κατά τους βιογράφους της, από δωδεκαετούς ηλικίας, την είχε κατακυριευμένην η μανία της ηδονής. Αδιάφορη προς τους καλλωπισμούς, μη δίνωντας καμμίαν προσοχήν εις τα χρήματα και τις παρόμοιες επιδείξεις, στις οποίες αρέσκονται οι πολυθέλγητροι και περιζήτητοι από τον διεφθαρμένο πλουσιόκοσμο συνεργάτες, αυτή ήθελε μόνον να ευχαριστή τα καίοντα σαρκικά πάθη της. Γι’ αυτό αντί να την κυνηγούν, κυνηγούσε.

    Επί 17 ολόκληρα έτη διέρρευσε μ’ αυτό τον τρόπο η ζωή της, χωρίς φόβον Θεού, χωρίς ντροπήν ανθρώπων. Αλλ’ η θεία πρόνοια και στοργή δεν απεσύρθη απ’;αυτήν.

    Παρ’ όλον το μέγεθος της ενοχής της υπήρχε κάποια γι’; αυτήν ελαφρυντικότητα  αυτή ακριβώς η υπερβολή της σαρκικής μανίας της, η οποία φαίνόταν ότι την παρέσυρεν ασυνειδήτως και την έσπρωχνεν ακατασχέτως προς την αμαρτίαν. Εις τρόπον ώστε απέβαινε μάλλον όχι εργάτις της αναισχυντίας της τόσης, αλλά θύμα αυτής και έρμαιον του βδελυρού εκείνου και εξευτελιστικού πάθους, το οποίον την κατετυράννει ως μυστηριώδης και ακαταμάχητος νόσος του φυσικού και ηθικού οργανισμού της.

    Ποίος ήθελε την απαλλάξει ;

Περί το έτος 375, τριακοντούτις πλέον περίπου, αλλά με ακμαίαν ακόμη την καλλονήν και ακεραίους τους αμαρτωλούς της οίστρους, απεφάσισε να μεταβή εις Ιεροσόλυμα κατά Σεπτέμβριον μήνα, ότε εορτάζεται η ύψωσις του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού.

    Τι έκαμε την Αιγυπτίαν να παρακολουθήση τους δι’εκεί προσκυνητάς ;

Κατά τινα των βιογράφων της, περιπατούσα προς την θάλασσαν, όπου ειλκύοντο οι ζητούντες αναψυχήν κατά την θερμήν εκείνην-εν Αιγύπτω μάλιστα- εποχήν, είδε πολύν όχλον Λιβύων και Αιγυπτίων, οι οποίοι εσπευδαν προς την παραλίαν. Ηρώτησε λοιπόν εκ περιεργείας και της είπαν ότι τα σμήνη εκείνα ητοιμάζοντο δια τα Ιεροσόλυμα, όπου μετ’; ολίγας ημέρας θα εωρτάζετο η ύψωσις του τιμίου Σταυρού. Η πληροφορία αυτή ήρκεσε να διεγείρη εις την ψυχήν της Μαρίας τον πόθον του να συνακολουθήση.

    Ωφείλετο τούτο εις φωνήν ευσεβείας, η οποία ανεδόθη από τα σύσκια βάθη της ψυχής της εν στιγμή σαρκικού κόρου και εκκρούσεως πνευματικού τινος σπινυήρος  Ή προήρχετο από την πλάνητα ακαταστασίαν της διεφθαρμένης γυναικός, η οποία επόθησεν απλώς να ίδη νέους τόπους και να συνάψη νέας γνωριμίας ;

Οι βιογράφοι της αποκλίνουν μάλλον προς την δευτέραν γνώμην. Αλλ’; εγώ νομίζω ότι εις την καρδίαν της εταίρας εκείνης είχεν ήδη αρχίσει μυστηριωδώς η σωτήριος μεταβολή. Διότι μάταια οι φιλόσαρκοι ζητούν να σβύσουν τους φλογερούς της ψυχής πόθους εις την απόλαυσιν ισχυρών, αλλά ματαίων και ευτελών ηδονών. Και τότε, εάν η ψυχή δεν εσάπισε αρχίζει να ακούη και τας εξ ουρανού φωνάς, που πρίν έσβυναν μέσα εις τας αενάους και θορυβώδεις ανακινήσεις του σαρκικού βορβόρου.

    Η Μαρία η Αιγυπτία εισήρχετο ήδη εις τοιαύτην περίοδον. Ήτο το παγιδευμένον πτηνόν, το οποίον ήρχιζε ν’;ανακινή προς την απαλλαγήν τας πτέρυγάς του, η ψυχή η όζουσα, εντός της οποίας ανέτελλεν ο πόθος νέας ζωής, καθαράς και ευώδους. Εντός των οδών και των καταγωγίων της Αλεξανδρείας είχε λησμονήσει και Ιεροσόλυμα και Σταυρόν και τον Λυτρωτήν, τον χύσαντα το αίμα του υπέρ της σωτηρίας των ανθρώπων. Τι είχεν όμως κερδήσει; Η υπερβολή της αμαρτίας της την είχε περιβάλει και με υπερβολήν αίσχους.

Τον εξευτελισμόν αυτόν τον αντελαμβάνετο ήδη. Η ηθική όρασις, με την οποίαν ο Δημιουργός οπλίζει τας ψυχάς, δεν είχεν υποστή τελείαν την καταστροφήν εντός της. Βαρύς καταρράκτης, πρωίμως παγιωθείς, την έκαμε τυφλήν. Αλλά τώρα η νόσος ήρχισε να διαλύεται, και η Αιγυπτία αθυμούσε, βλέπουσα, έστω και παροδικώς και αμυδρώς προς το παρόν, τη αθλίαν ποιότητά της.

Αυτή ήτο η ψυχολογική της κατάστασις, όταν, παρά την θάλασσαν της Αλεξανδρείας, είδε τους δια τα Ιεροσόλυμα προσκυνητάς και ήκουσεν ότι όλοι εκείνοι οι συρρέοντες δι’ απόπλουν άνθρωποι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, εκινούντο από τον πόθον του να παρασταθούν εις την πανήγυριν της υψώσεως του τιμίου Σταυρού. Η Αιγυπτία, εις το άκουσμα τούτο, ανεμνήσθη. Ανεμνήσθη την πολύ μικράν ηλικίαν της, όταν εζούσε πλησίον των γονέων της εις την κωμόπολίν των την ήσυχον, την οποίαν προ τόσου καιρού είχεν αυτή εγκαταλείψει. Τότε, παιδίσκη ακόμη αδίαφθορος, επήγαινεν εις την εκκλησίαν και είχεν ακούσει περί της ευρέσεως του τιμίου Σταυρού, χάριν του οποίου μία ένδοξος μητέρα του κραταιοτέρου αυτοκράτορος, έκαμε το ταξείδιον εις Ιεροσόλυμα, εθεώρησε δε την ανακάλυψίν του ως το ευτυχέστερον της ζωής της γεγονός. Η ανάμνησις εκείνη, ασθενώς εις την ψυχήν της επανακάμψασα, επέμενεν ουχ ήττον. Και η ευσπλαγχνία του Θεού παρενέβη αμέσως. Η Αιγυπτία, υπό μυστικήν ώθησιν, απεφάσισε την εις Ιεροσόλυμα μετάβασιν, χωρίς και αυτή να γνωρίζη ποίαν επιρροήν έμελλε να εξασκήση τούτο δια παντός εις την ζωήν της την έπειτα.

    Εισελθούσα εις εν από τα πλοία, τα έτοιμα δια το ιερόν εκείνο ταξίδιον, άφηνε μετ’; ολίγον την πόλιν της Αλεξανδρείας, μάρτυρα του ελεεινού της βίου, της εσχάτης καταπτώσεως και καταισχύνης της. Και ευτυχώς δεν έμελλε να την επανιδή πλέον ποτέ.

    Φθάσασα εις Ιεροσόλυμα, δεν είχε αποθέσει ακόμη τον παλαιόν άνθρωπον, τα ένστικτα της σαρκικότητος διετήρουν ακόμη το κράτος των επί της ψυχής και των πράξεών της. Η πάλη όμως είχεν εισδύσει εντός της. Εάν η αμαρτία την παρέσυρεν, αλλά δεν την έτερπε πλέον και δεν την ηυχαρίστει ως πριν. Ωλίσθαινε, παρεσύρετο, κατέπιπτεν, αλλά και υπέφερεν. Εν αυτή ετελείτο ο ηθικοσαρκικός εκείνος αγών, ο οποίος διαδραματίζεται εντός του ταλαιπώρου ανθρώπου, του μη γνωρίσαντος ακόμη τον Λυτρωτήν Ιησούν, και το οποίον τόσον δυνατά εχρωμάτισεν ο απόστολος Παύλος. Η Αιγυπτία έκαμνε το κακόν, και όμως ετύπτετο απ’ αυτό. Ενώ δε πάλιν την ετυράνει, η δύναμις της παλαιάς συνηθείας και της μακράς εξοικειώσεως την έρριπτεν εις τα ολεθρίας και μιαράς αγκάλας του.

    Εν τοιαύτη καταστάσει της αξιοθρηνήτου γυναικός ανέτειλεν η ημέρα της 13ης Σεπτεμβρίου. Από βαθέως όρθρου των προσκυνητών τα πλήθη συνέρρεον εις την εκκλησίαν. Μαρία η Αιγυπτία, ασυνείθιστος εις εκκλησιαστικάς συνάξεις, έφθασεν αργότερα και ηναγκάσθη δια τούτο να μείνη εις τα προαύλια του ναού. Ότε όμως ήλθεν η ώρα της υψώσεως, οι έξω ιστάμενοι με σφοδράς και ακατασχέτους ωθήσεις εισώρμων εις τα εντός. Αλλά, πράγμα παράδοξον! Η Αιγυπτία αμαρτωλή έως μεν την θύραν εφέρετο μαζί με τους άλλους, πέραν όμως αυτής εστάθη αδύνατον να προχωρήση. Παρ’; όλην την ορμήν των κατόπιν ερχομένων, παρ’; όλας τας ιδικάς της προσπαθείας, έμενεν εκεί κρατουμένη από μυστηριώδη δύναμιν, η οποία δεν την άφηνε να εισέλθη. Ως να ήτο στήλη άσειστος και αμετακίνητος, τα κύματα του πλήθους ηδυνάτουν να την ωθήσουν προς τα πρόσω, αυτή δε η ιδία, μετά επανειλημμένας ματαίας αποπείρας, είδεν ότι μυστική αλλά εμφανής εκ της ενεργείας της χειρ, ανωτέρα των ανθρωπίνων δυνάμεων, την συνεκράτει και την παρημπόδιζεν από την είσοδον.

    Δια να βεβαιωθή καλώς έκαμε και στροφήν εις τα οπίσω. Η ελευθερία των κινήσεων της ήτο πλήρης. Από τον ναόν ηδύνατο να εξέλθη και μόνον το να εισέλθη της ήτο απηγορευμένον.

    Έμεινε λοιπόν εις την θύραν, και από την θέσιν εκείνην είδε μετ’; ολίγων να υψώνεται το τίμιον ξύλον, επί του οποίου είχε τελεσθή το μαρτύριον και η θυσία του Ιησού. Εις την θέσιν του η ψυχή της εσείσθη. Όλη των ιερωμένων και του λαού η συγκίνησης ως να διεχύθη και κατεπότισε και κατεπλημμύρισε την δυστυχή καρδίαν της, την ασυνείθιστον εις τοιαύτα άγια ρεύματα. Και ενώ εξηκολούθει να βλέπει τον ανυψωμένον σταυρόν, κάτωθι του οποίου επί του Γολγοθά εμπεπηγμένου είχον ακουσθή οι σπαρακτικοί στόνοι της Παρθένου, καυστική αλλά και σωτηρία κατάνυξις κατεκέντα την Αιγυπτίαν αμαρτωλήν και μεταστροφή ηθική ετελείτο εις τα εσώτατα της ψυχής της. 

     Εις τοιαύτην ηθικήν μεταβολήν άφησε την θύραν και απεσύρθη εις μίαν γωνίαν της αυτλής του ναού. Εκεί χείμαρρος δακρύων εξέρρευσεν ελευθέρως από τους οφθαλμούς της, κλαυθμοί αντήχησαν και στεναγμοί διάπυροι από τα βάθη της καρδίας της ανεδόθησαν. Και αποταθείσα προς την Παναγίαν Θεοτόκον, της οποίας η εικών ήτο τοποθετημένη υπεράνω του τόπου, εις τον οποίον ίστατο : «Παρθένε Δέσποινα, είπε, Συ η οποία εγγένησες τον ενανθρωπήσαντα Θεόν Λόγον, ειξεύρω ότι δεν είναι ευπρεπές ουδέ δίκαιον, ώστε εγώ, η τόσον ρυπαρά, η τόσον πανάσωτος, να ατενίζω την εικόνα Σου της αειπαρθένου, Σου της αγνής, Σου της με σώμα και ψυχήν καθαράν και αμόλυντον. Καλώς ειξεύρω ότι δίκαιον είναι η ακάθαρτος εγώ να είμαι μισητή και βδελυκτή ενώπιον της ιδικής Σου καθαρότητος. Πλην, επειδή, καθώς ήκουσα, δια τούτο έχει γίνει άνθρωπος ο Θεός, τον οποίον ε΄γεννησες, δια να καλέση τους αμαρτωλούς εις μετάνοιαν, βοήθησόν εμέ την ταλαίπωρον, η οποία, μόνη και έρημος εις τον κόσμον τούτον από κάθε αληθινήν συμπάθειαν, δεν έχω κανένα να με συντρέξη. Κάμε ώστε να συγχωρηθή και εις εμέ η εις την εκκλησίαν είσοδος. Μη με στερήσης εις το να προσκυνήσω μετά των άλλων χριστιανών το τίμιον αυτό ξύλον, επί του οποίου κατά σάρκα καθηλώθεις ο Θεός, τον οποίον εγέννησες, το ίδιον του αίμα έδωκεν υπέρ εμού εις λύτρωσιν από των αμαρτιών μου. Κάμε, ω Δέσποινα, ώστε να ανοιγή και εις εμέ η θύρα της θείας του Σταυρού προσκυνήσεως, και εις τον εκ Σου γεννηθέντα δίδω Σε εγγυητήν αξιόχρεων, ότιδεν θα ατιμάσω πλέον το σώμα μου τούτο δι’; οιανδήποτε αισχρότητος αλλ’; εάν αξιωθώ να προσκυνήσω τον Σταυρόν του Υιού Σου, αποτάσσομαι ευθύς από τον κόσμον και από όλα τα εν τω κόσμω, και αμέσως είμαι έτοιμος να υπάγω όπου Συ ως εγγυήτρια της σωτηρίας μου θα μου υποδείξης και με καθοδηγήσης».

    Τους λόγους τούτους η Μαρία η Αιγυπτία είχεν είπη με τόσην θερμότητα πίστεως, ώστε μυστική και οιονεί επίσημος τις πληροφορία εξήγγειλεν εις αυτήν, ότι η εγκάρδιος της δέησης εισηκούσθη και ότι η θύρα του ναού δεν είχε πλεόν δι’ αυτήν δεσμούς και εμπόδια. Και πράγματι. Σπεύσασα ανεμίχθη και πάλιν με τα πλήθη των συνωθουμένων δια να εισέλθουν και την φοράν αυτήν ο πόθος της εξεπληρώθη. Εισήλθεν εις τον ναόν! κλονουμένη όμως από την σφοδράν συγκίνησιν και φρίσσουσα εν τη συναισθήσει της ενοχής της και του ανεξαντλήτου πελάγους της ευσπλαγχνίας. Αφού δε επροσκύνησε τον Τίμιον Σταυρόν με κατάνυξιν ανέκφραστον, εξήλθεν από τον ναόν και μεταβάσα προς την εικόνα της Θεομ΄τορος, αυτήν εκείνην, ενώπιον της οποίας προ ολίγου απηύθεινε την εισακουσθείσαν δέησιν, εγονάτισε και είπε : «Συ μεν, ω φιλάγαθε Δέσποινα, ευηρεστήθης να επιδείξης και δι’; εμέ όλην σου την φιλανθρωπίαν. Συ δεν εβδελύχθης εμού της αναξίας την δέησιν, χάρις εις την μεσιτείαν Σου είδα δόξαν, από την οποίαν δίκαια αποκλειόμεθα οι της ασώτου ζωής. Δόξα εις τον Θεόν, όστις,με τας ιδικάς σου φιλοστόργους πρεσβείας, δέχεται των αμαρτωλών την ματάνοιαν. Διότι εγώ, η υποδουλωθείσα εις την αμαρτίαν, τι ηδυνάμην να διανοηθώ μόνη και να είπω υπέρ της σωτηρίας μου ; Καιρός λοιπόν είναι, Δέσποινα, να εκτελέσω ό,τι υπέρ εμού ηγγυήθης. Τώρα όπου εγκρίνεις οδήγησέ με? το θέλημά σου είναι δι’; εμέ προσταγή? τώρα ικετεύω να μου γίνης της σωτηρίας διδάσκαλος, χειραγωγούσα με προς την οδόν, που φέρει εις την μετάνοιαν».

    Η Μαρία η Αιγυπτία απήυθυνε την δέησιν αυτήν με όλην την θερμότητα ψυχής συντετριμμένης και ταπεινωμένης, αμέσως δε της εδόθη η απόδειξις, ότι η επίκλησις της δεν αντήχησε μάταια. Ακόμη δεν είχε τελειώσει την φλογεράν και συγκινητικήν ικεσίαν της, και ήκουσε φωνήν, ο οποία, αν και εφαίνετο ότι ήρχετο από μακράν, ήτο όμως πολύ καθαρά και απέπνεε μητρικωτάτην συμπάθειαν. Τι δε έλεγεν η φωνή αύτη : «Εάν τον Ιορδάνην περάσης, καλήν θα εύρης ανάπαυσιν».

    Εις την μυστηριώδη, αλλά και σαφή αυτήν παράκλησιν η Αιγυπτία κατελήφθη από αγίαν φρικίασιν. Ούτω λοιπόν ! Αυτή η απόβλητος του βορβόρου η γυνή, η κατασπιλώσασα και μολύνασα ολόκληρον τον εαυτό της, δεν απεδιώκετο και δεν απεβάλλετο, αλλ’; εύρισκε σπλάγχνα συμπαθητικά και πρόθυμα. 

Πλήρης τότε συκγινήσεως και δακρύων έκραξε : «Δέσποινα, Δέσποινα, μη εγκαταλίπης με». Συγχρόνως δε εξήλθεν από την αυλή του ναού και εβάδιζε ταχέως.

    Κατά την οδηγίαν της φωνής, την οποία ήκουσεν, απεφάσισε να διευθυνθή πέραν του Ιορδάνου. Ηγνόει όμως εντελώς την οδόν. Τί λοιπόν να πράξη ; Αρτοποιός, από τον οποίον ηγόρασε τρεις άρτους, της έδειξε την πύλην της πόλεως. Από αποστάσεως εις απόστασιν ερωτώσα, έφθασε τέλος περί την δύσιν του ηλίου εις τον ναόν Ιωάννου του Βαπτιστού, ο οποίος έκειτο πλησίον του Ιορδάνου. Εισήλθε. Και εις το ημίφως της ώρας εκείνης, μόνη εντός της εκκλησίας εν μέσω τόσων ιερών αντικειμένων, τα οποία διήγειρον και διεθέρμαινον την ευσέβειαν, κατεκυριεύθη από κατάνυξιν. Γονατίσασα, προσηυχήθη θερμά, και διάβροχος εκ των φλογερών δακρύων, εξέχυσε προς τον Θεόν την ψυχήν της όλην, εθρήνησε δια τον πριν αμαρτωλόν βίον της και εδεήθη όπως η θεία χάρις, λούουσα αυτήν από του ρύπου της, την κρατήση του λοιπού επί του δρόμου της μετανοίας και της αρετής. Όταν εξήλθε, ευρέθη προς την όχθη του Ιορδάνου. Τα ύδατα εκείνα τα οποία περιέλουσάν ποτε το σώμα του Λυτρωτού, διεφαίνοντο εις τον ρουν των μετέχοντα μυστηριώδους τινός φύσεως. Κύψασα κατέβρεξε το πρόσωπον και τας χείρας της, και ησθάνθη ότι άρρητος δρόσος εισήλθε και κατεπότισε την ψυχήν της.

     Εζήτησε ακολούθως πνευματικόν περίφημον δια την σύνεσιν, την πείραν και την χριστιανικήν του αγαθότητα. Ο σεβάσμιος εκείνος γέρων, εις την ειλικρινή της Αιγυπτίας εξομολόγησιν, είδεν όλην την συντριβήν της καρδίας της και της μετανοίας της την θέρμην, διέκρινε δε ότι η προς το Θεόν γνώμη της ήτο πλέον οριστική και αμετάτρεπτος. Και ως γνήσιος λειτουργός Εκείνου, όστις έδωκεν εις εν θέρμόν δάκρυ την θαυμασίαν δύναμιν να εξαλείφη τας μάλλον υπερμεγέθεις και χρονίους κηλίδας αμαρτιών, αφούτην παρηγόρησε και την ενίσχυσεν εις την νέαν οδόν της, της επέτρεψε να κοινωνήση των Αχράντων μυστηρίων.

    Την νύκτα εκείνην διήλθεν η μετανοούσα γυνή εν υπαίθρω, προσευχομένη υπό τα άστρα και καθιστώσα θερμοτέραν πάντοτε την φωνήν των δεήσεων της. Το πρωί εκοινώνησε μετά φόβου και τρόμου και ησθάνθη εν τη ψυχή της την φαιδράν αυγήν νέας ζωής ελευθέρας από τας ακάνθας και τα δεσμά του κόσμου. Η δε φωνή, ότι ώφειλενα διέλθη τον Ιορδάνην, την έφερε και πάλιν παρά την όχθην του ποταμού.

    Εκεί μια λέμβος εσάλευεν επί των υδάτων ο λεμβούχος, αγαθός άνθρωπος, την μετέφερεν αντικρύ. Εκείνη δε επροχώρησε τότε προς τα βαθύτατα της ερήμου του Ιορδάνου, όπου απεφάσισε να διανύση το υπόλοιπον της ζωής της. Κατά την αυτόθι διατριβήν της την συνήντησέ ποτε φάσμα πλέον του άλλοτε κάλλους και της νεότητος, ανήρ ευσεβέστατος, ο αββάς Ζωσιμάς, όστις και διηγήθη έπειτα την συγκινητικήν ιστορίαν της.

Η ερημική διαμονή Μαρίας της Αιγυπτίας δεν διέρρευσεν άνευ πνευματικών ενοχλήσεων και θυελλωδών πειρασμών. Η θέλησις και ο πόυος της ήσαν εξ ολοκλήρου προς την ευσέβειαν, αλλάτο παρελθόν με τας μακράς και βαρείας συνηθείας του δεν άφινε τόσον έυκολα ενταλώς την θέσιν του. Πολλάκις, εν μέσω της προσευχής της και της αγίας ανυψώσεως της ψυχής της, ο δαίμων της απωλείας την περιέβαλλε πανταχόθεν μα τας σαγήνας του και εζήτει να την παρασύρη εις το καταστρεπτικόν βάραθρόν του. Αι πολυτελείς τράπεζαι, εις τας οποίας παρεκάθητο άλλοτε, οι γλυκείς οίνοι, τους οποίους κατά κόρον ερρόφα, άσματα και χοροί και λοιπαί παρόμοιοι σκηναί της κοσμικής μέθης και εξάψεως, αναπαρίσταντο εις την φαντασίαν της και διέφλεγαν τη καρδίαν της με λυσσώδη προσπάθειαν να επανακτήσουν το επ’; αυτής κράτος των. Η σφοδρότης της εφόδου εγίνετο ενίοτε ανωτέρα των δυνάμεων της ταλαιπώρου αμαρτωλής. Και τότε την καταλάμβανε φόβος ως τον άνθρωπον, ο οποίος, μόλις κατορθώσας να ανασυρθή από απύθμενον βάραθρον γεμάτον σκορπίους και φίδια, απειλείτε να επαναπέση και πάλιν εις αυτό. Και τότε ανεκραύγαζε και εδάκρυζε και καθικεύτευε και το στήθος της έτυπτε και τον Λυτρωτήν επεκαλείτο και προς την παναγίαν Μητέρα του εδέετο, όπως την βοηθήση να μείνει πιστή εις την υπόσχεσιν του να σταθή έξω της πνοής της αμαρτίας. Και πίπτουσα προς το έδαφος, έμενεν εκεί επαναλαμβάνουσα τας ικεσίας και τας δεήσεις της, η θύελλα παρήρχετο και διέλαμπε το γλυκύ φως της ψυχικής γαλήνης και ασφαλείας.

    Η πάλη αυτή διήρκεσε δέκα επτά ολόκληρα έτη. Τόσα δηλαδή όσα υπήρξαν και τα έτη του αμαρτωλού της βίου. Τοιουτοτρόπως η δοκιμασία της έλαβε τέλος. Η αθλήτρια απεδείχθη αξία στεφάνου. Η άλλοτε ασθενής και χρησιμεύουσα εις καταπάτημα του Πονηρού, υπό την βοήθειαν τώρα και την χειραγψγίαν του Πνεύματος του αγίου, ησκήθη και ενισχύθη και τον κατεπάλαισε και κατέστη απρόσιτος εις τας επιθέσεις του, συντρίψασα δια του Ιησού Χριστού την επ’; αυτής άλλοτε πανίσχυρον δύναμίν του.

    Έκτοτε λογισμοί της πόθοι της, θελήματά της, όλαι τέλος πάντων αι δυνάμεις της, νοητικαί, ηθικαί, σωματικαί, κεκαθαρμέναι πλέον και ηγιασμέναι, εδόθησαν αποκλειστικώς εις την νέαν κατά Χριστόν ζωήν. Έγεινεν όλη φως και αγιασμός και πτήσις ουράνιος και διηνεκής και ολόψυχος προσήλωσις προς την ζωήν του Ευαγγελίου, προς τας εντολάς του και τας επαγγελίας του.

    Υπέρ τα τριάκοντα ακόμη έτη διήλθεν η Αιγυπτίαν, εις την έρημον με την νέαν αυτήν της ζωής φάσιν, εντελώς αποχωρισθείσα από το θλιβερόν της νεότητος παρελθόν, κατασκευάσασα εντός της την νέαν πνευματικήν και ηθικήν κτίσιν, την οποίαν ο Χριστός δίδει, εις όσους τον πιστεύσουν και τον καταστήσουν βασιλέα της καρδίας και του βίου των.

    Όταν ο αββάς Ζωσιμάς συνήντησε Μαρίαν την Αιγυπτίαν, είχε αύτη τεσσαράκοντα επτά ετών διαμονήν εις την έρημον. Έκπληκτος ο γέρων εκείνος ήκουσε την διήγησίν της και εδόξασε τον Θεόν, όστις γνωρίζει να κατορθώνη τα τοιαύτα θαυμάσια. Ότε δε ο Ζωσιμάς έμελλα να απέλθη, η οσία γυνή της ερήμου τον παρεκάλεσε θερμώς να μη ειπή εις κανένα τίποτε, έως ότου ο Θεός την ελευθερώση από την γην. Τον καθικέτευε δε όπως κατά την μεγάλην εβδομάδα του επομένου έτους, και ωρισμένως κατά την αγίαν εσπέραν του Δείπνου του μυστικού, λάβη από το Μοναστήριον του το ζωοποιόν Σώμα και Αίμα του Χριστού και το φέρη προς αυτήν δια να κοινωνήση. Και ώρισεν ότι θέλει τον περιμένει προς τα κατοικούμενα μέρη του Ιορδάνου.

    Ο αββάς Ζωσιμάς επέστρεψεν εις το μοναστήριόν του, χωρίς να ειπή τίποτε παρί της Αιγυπτίας. Όταν δε αι ημέραι των νηστειών ήλθον και έφθασεν η εσπέρα του Δείπνου του μυστικού, θέσας εις εν μικρόν ποτήριον το άχραντον Σώμα και το τίμιον Αίμα του Σωτήρος Χριστού, προς την νύκτα πλέον, μετέβη παρά την όχθην του Ιορδάνου και προσηλώσας τους οφθαλμούς του προς το αντίπεραν μέρος, περιέμενε της Αιγυπτίας την εμφάνισιν. Ήτο δε πλήρης οδύνης και θλίψεως, διότι δεν υπήρχε πλοιάριον, όπως αυτός διέλθη προς το πέραν ή εκείνη δυνηθή να φθάση προς αυτόν. Αλλ’; η ταραχή του κατηυνάσθη, όταν η οσία εκείνη εφάνη εις το αντίκρυ μέρος του ποταμού. Το βλέμμα του αββά ιλαρύνθη, αλλά μόνον προς στιγμήν. Ματαίως περιέφερε τους οφθαλμούς του άνω και κάτω του ποταμού? τα ύδατα ήσαν έρημα. Κανέν πλοιάριον, καμμία λέμβος. Ο αββάς τότε εστέναξε και σηκώσας τους οφθαλμούς του προς τον ουρανόν επεκαλείτο τον Θεόν, όπως δώση διέξοδον εις την αμηχανίαν εκείνην.

     Εξαίφνης, υπό το λαμπρόν φως της πανσελήνου, είδε την Αιγυπτίαν οιονεί να σφραγίζη τον ποταμόν με το σημείον του τιμίου σταυρού και ευθύς κατόπιν να προχωρή η ιδία δια του ποταμού, βαδίζουσα ελευθέρως επί της επιφανείας των υδάτων.

    Ο αββάς έμεινεν έκπληκτος. Ότε δε η οσία ήλθε πλησίον του, ηθέλησε να κάμη μετάνοιαν εμπρός της. Αλλ’; εκείνη τον ημπόδισε. «Συ, του είπε, θα κάμης εις εμέ μετάνοιαν, εν ω ιερεύς είσαι και θεία μυστήρια βαστάζεις ; » Ο αββάς εκρατήθη, προσέφερε δε την θείαν κοινωνίαν εις Αιγυπτίαν. Και εκείνη τότε στενάξασα και δακρύσασα είπε : «Νυν απολύεις την δούλη σου Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου.»

Έπειτα λέγει προς τον Γέροντα : «Συγχώρησέν μου, αββά, να σου καθυποβάλω ακόμη ένα τελευταίον μου πόθον. Τώρα μεν πήγαινε εις το μοναστήριόν σου βοηθούμενος και φυλαττόμενος από την χάριν του Θεού. Το δε ερχόμενον έτος έλα πάλιν εις τον ερημικόνεκείνον χείμαρον, όπου με συνήντησες πέρυσι. Έλα, χωρίς άλλο εν ονόματι του Κυρίου μας, και θα με ιδής καθώς θέλει ο Κύριος.» Ακολούθως είπε πάλιν προς τον αββάν : «Να εύχεσαι υπέρ εμού και να μνημονεύης εμέ την ταλαίπωρον και αθλίαν.»

    Ο γέρων Ζωσιμάς δεν έβλεπε πότε να παρέλθη η προσδιορισθείσα του έτους προθεσμία. Ότε δε αύτη διέρρευσεν, επέρασε τον Ιορδάνην, εισήλθεν εις την έρημον και ανεζήτει την οσίαν ανά τον τόπο του χειμάρρου. Αλλά μολονότι επί πολύ ανεζήτησε, δεν είδε να φανή πουθενά καμμία μορφή. Τότε εστέναξε πικρώς και ανατείνας τους οφθαλμούς εδεήθη και έλεγε : «δείξον μοι, Δέσποτα, τον θησαυρόν, δείξον μοι, δέομαι, τον εν σώματι άγγελον, του οποίου ο κόσμος δεν είναι επάξιος.» Επροχώρησε κατόπιν, ζητών τώρα να ανεύρη κατά γης την οσίαν, ίσως ανεπαύετό που, αλλά θέαμα λυπηρόν προσέβαλε τους οφθαλμούς του. Προς το ανατολικόν μέρος του χειμάρρου σώμά τι εφάνη κατακείμενον. Ο Ζωσιμάς έσπευσε με παλμούς ανησύχους. Φευ ! ήτο η Αιγυπτία, αλλά νεκρά πλέον.

    Ο Ζωσιμάς εδάκρυσε και εδόθη εις κλαυθμούς. Ησπάσθη το μακάριον λείψανον, προσηυχήθη γονατίσας παρ’αυτό, εδεήθη υπέρ της ψυχής της μεταστάσης, καθικέτευσεν ώστε εκείνη να μεσιτεύση υπέρ αυτού του ευρισκομένου ακόμη επί του πολυμόχθου σταδίου της γης. Και κατόπιν έθεψεν της Αιγυπτίας το σώμα μη φέρον κανέν άλλο εντάφιον, παρά μόνο το παμπάλαιον φόρεμά της με ένα σταυρόν επί του στήθους. Ήτο δε τότε το έτος 421 μετά Χριστόν.

    Τοιούτος υπήρξεν ο βίος της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Γυνή της αμαρτίας και του βορβόρου, απελούσθη δια των δακρύων της μετανοίας και ηγιάσθη δια της πίστεως και του αίματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Αυτός από την υπερβολήν της ατιμίας την έφερεν εις υπερβολήν δόξης και τιμής. Και η οσία Μαρία μένει δια των αιώνων περιφανές και αθάνατον παράδειγμα της δυνάμεως της μετανοίας, και του ότι η γυνή, πτώμα ηθικόν μακράν του Χριστού, δι αυτού καθαίρεται και λαμπρύνεται και καθίστατο η πρών άσωτος αγνοτέρα από την χιόνα των ορέν και παρθενικωτέρα από τα κρίνα των αγρών.

Η Οσία εορτάζεται από την εκκλησία μας την 1η Απριλίου.

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2020

Πατρών Χρυσόστομος: «Λειτουργούμε για να κοινωνούμε»







Τήν ἀπόλυτη, τήν σταθερή καί ἀταλάντευτη θέση τῆς Ὀρθοδόξου ἁγίας μας Ἐκκλησίας, περί τῆς Θείας Κοινωνίας, ἐτόνισε γιά ἀκόμη φορά, στήν ἐκπομπή «Ἀπό τίς Ἓξι» τῆς ΕΡΤ, πού παρουσιάζουν ὁ Δημήτριος Κοτταρίδης καί ὁ Ἰωάννης Πιτταρᾶς σήμερα τό πρωί ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρῶν κ.κ. Χρυσόστομος.
«Λειτουργοῦμε γιά νά κοινωνοῦμε τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἳματος τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι τό κέντρο τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ ἲδιος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, εἶναι ἡ πίστη μας, εἶναι ἡ ζωή μας. Ἡ Θεία Λειτουργία οὐδέποτε θά σταματήσῃ καί ὡς ἐκ τούτου καί ἡ Θεία Κοινωνία θά μεταδίδεται στούς πιστούς, εἰς ἂφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον.
Ἐπ’ οὐδενί συζητοῦμε τό θέμα τῆς Θείας Κοινωνίας, οὒτε καί τόν τρόπο μεταδόσεως τοῦ Παναγίου Σώματος καί τοῦ Τιμίου Αἳματος τοῦ Κυρίου, τόν ἐπί τόσους αἰῶνες ἱερῶς παραδεδομένον, ἐτόνισε ὁ Σεβασμιώτατος. Δέν θά ἀρνηθοῦμε αὐτήν ταύτην τήν οὐσία τῆς Ἐκκλησίας, οὒτε καί τῆς ἲδιας τῆς ὑπάρξεώς μας, ἀφού πίστη σημαίνει μέθεξη στό Ποτήριο τῆς Ζωῆς, δηλ. στή Θεία Κοινωνία.
Ὃσοι ἰσχυρίζονται ὁ,τιδήποτε ἂλλο, ἒχουν φαίνεται…δικούς… λόγους πού τό κάνουν…»
Οὐδεμία ἀσθένεια μετεδόθη ποτέ ἀπό τήν Θεία Κοινωνία.
Παράλληλα ὁ Σεβασμιώτατος, μίλησε γιά τήν μεγάλη θυσία πού ἒκαμε ἡ Ἐκκλησία κατ’ αὐτόν τόν καιρό, τηρώντας τά τόσο αὐστηρά μέτρα, ἰδίως κατά τήν διάρκεια τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος καί τῆς Ἑορτῆς τοῦ Πάσχα καί πού συνεχίζει νά κάνῃ λαμβάνουσα ὑπ’ ὂψη τίς ὁδηγίες τῶν Ἁρμοδίων.
Ἀξίζουν, ἐπεσήμανε, ὁ ἒπαινος καί οἱ εὐχαριστίες σ’ αὐτό τόν Λαό, γιά τήν ὂντως μεγάλη ὑπομονή καί τήν ἀξιοθαύμαστη σύνεση πού ἐπέδειξε.
Ἐπίσης ἀνέφερε ὃτι ὃλοι οἱ Κληρικοί, Ἀρχιερεῖς καί Ἱερεῖς, σηκώσαμε ἓνα μεγάλο σταυρό, ἀφού φορτωθήκαμε τήν εὐθύνη ἒναντι τοῦ βαθειά καί πνευματικά ὑποφέροντος Χριστεπωνύμου πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.
Γνωρίζομεν ὃλοι ὃτι ἡ ὑγεία εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ καί πρέπει νά τό διαφυλάττωμε. Γι’ αὐτό πρέπει καί τόν ἱερό μας Κλῆρο ἐκ βάθους ψυχῆς μας νά εὐχαριστήσουμε.
Ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε τό θέμα τῆς λοιμικῆς νόσου τοῦ λεγομένου νέου κορωνοϊοῦ μέ σοβαρότητα καί ὑπευθυνότητα.
Ἒτσι θά πορευθοῦμε καί κατά τήν φάση πού ἀρχίζει ἀπό σήμερα, λαμβάνοντας ὃλα τά ἀπαραίτητα μέτρα γιά τήν προστασία τῆς ὑγείας τῶν εἰσερχομένων στούς Ἱερούς Ναούς καί γενικώτερα ὃλων τῶν ἀνθρώπων καί πρῶτα ὁ Θεός θά εἲμεθα ἓτοιμοι καί γιά τήν, σύμφωνα μέ τά μέτρα τῶν Ἁρμοδίων σέ θέματα ὑγείας, συμμετοχή τῶν πιστῶν στίς λατρευτικές συνάξεις μέ κέντρο πάντοτε τήν Θεία Λειτουργία, ἀπό 17 τοῦ μηνός καί μετά.

πηγή
romfea

Κορονοιός και κοινωνική αποστασιοποίηση








Tα παγκόσμια γεγονότα προσθέτουν νέους όρους στο λεξιλόγιό μας. Αυτή τη φορά είναι η «κοινωνική αποστασιοποίηση» – η προσπάθεια δηλαδή να μείνουν υγιείς οι άνθρωποι κρατώντας αποστάσεις μεταξύ τους.  Αντιτίθεται όμως στο βαθύ ένστικτό μας  είναι να είμαστε μαζί και χειροτερεύει τη διάθεσή μας σε αυτούς τους ήδη δύσκολους καιρούς. Η μοναξ
ιά είναι ψυχολογικά δηλητηριώδης: επιδεινώνει τον ύπνο, οξύνει την κατάθλιψη και αυξάνει τα ποσοστά θνησιμότητας στους ηλικιωμένους.
Όταν η κατάσταση επιδεινώνεται, οι μόνοι άνθρωποι υποφέρουν περισσότερο. Αντιδρούν πιο έντονα στο στρες, κάτι που προκαλεί ψυχολογικά, ανοσοποιητικά και καρδιολογικά προβλήματα. Οι δύσκολες στιγμές προσφέρουν όμως και μια ευκαιρία να έρθουμε πιο κοντά. Ύστερα από σεισμούς, βομβιστικές ενέργειες και τρομοκρατικές επιθέσεις, πολλοί βγαίνουν από τα σπίτια τους για να βοηθήσουν ξένους, αγνοώντας ταξικά και φυλετικά ζητήματα που συνήθως τους χωρίζουν.
Αυτό είναι λοιπόν άλλο ένα πρόβλημα που προκαλεί ο κορωνοϊός. Όπως και άλλες καταστροφές, οι επιδημίες σκοτώνουν πολύ κόσμο και τρομοκρατούν πολύ περισσότερους. Η μετάδοση του ιού μετατρέπει όμως και τους γείτονές μας σε πηγή φόβου. Μας απομακρύνει τη στιγμή που χρειαζόμαστε περισσότερο ο ένας τον άλλον.
Πηγή: Washington Post
Υ.Γ Μένοντας όμως μακρυά ο ένας από τον άλλον γινόμαστε περισσότερο ευάλωτοι, άρα εύκολοι σε οποιαδήποτε χειραγώγηση που αυτό είναι το Νεοεποχήτικο ποθούμενο!
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Ελάτη



Ιερά Μονή Δοχειαρίου


Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου



Ιερά Μονή Οσίου Δαβίδ



Καρούλια. Αγιο Ορος



Προυσιώτισσα

Αγιο Ορος Ι.Μ Διονυσίου

Ψήγματα Ορθοδοξίας