Ιησούς Σινά

Τι πλέον θέλεις;

Εγώ πατήρ, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφεύς, εγώ ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος, παν όπερ αν θέλεις εγώ. Μηδενός εν χρεία καταστείς. Εγώ δουλεύσω.

Ήλθον γαρ διακονήσαι, ου διακονηθήναι. Εγώ και φίλος και ξένος και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μήτηρ. Πάντα εγώ.

Μόνον οικείως έχε προς εμέ. Εγώ πένης δια σέ και αλήτης δια σέ, επι σταυρού δια σέ, άνω υπέρ σου εντυγχάνω τω Πατρί κάτω υπέρ σου πρεσβευτής παραγέγονα παρά του Πατρός.

Πάντα μοι σύ και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος.

Τι πλέον θέλεις;

Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Ο Μεγαλομάρτυς και Θαυματουργός Φανούριος

 
256546-fanourios_240.jpg

Άγνωστος στους αρχαίους Συναξαριστές. Έγινε γνωστός από τυχαία εύρεση της είκόνας του τον 14ο αιώνα στη Ρόδο, όταν έσκαβαν παλιά σπίτια στο νότιο μέρος του παλιού τείχους.
'Εκεί βρέθηκε αρχαίος ναός με πολλές κατεστραμμένες εικόνες και μεταξύ Β αυτών και ή καλά διατηρημένη εικόνα επί της οποίας ό τότε μητροπολίτης Ρόδου Νείλος ό Β' ό Διασπωρινός(;) (1355-1369) διάβασε το όνομα του Αγίου "ό άγιος Φανώ".
Ό Άγιος παριστανόταν σαν νεαρός στρατιώτης, κρατώντας στο δεξιό του χέρι σταυρό, πάνω στον όποιο ήταν λαμπάδα αναμμένη, γύρω δε από την εικόνα τα 12 μαρτύρια του.
Τον αρχαίο αυτό ναό ανοικοδόμησε ό Νείλος και τον αφιέρωσε στο όνομα του αγίου Φανουρίου, πού όπως φαίνεται συνέταξε και την Ακολουθία του. (Ή αναφορά στο Νέο Λειμωνάριο ότι ή εικόνα του Αγίου βρέθηκε το 1500, είναι λανθασμένη. Διότι ό επίσκοπος Ρόδου Νείλος υπήρξε τον 14ο αιώνα).
Ο Άγιος Φανούριος είναι από τους πιο αγαπητούς άγιους σε όλο τον ελληνικό λαό, που κάθε χρόνο τιμά και πανηγυρίζει την μνήμη του στις 27 Αυγούστου.
Αυτός ο τόσο αγαπητός άγιος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί χωρίς αμφιβολία ως δώρο Θεού, διότι ήταν και παράμενε άγνωστος για πολλούς αιώνες και μόνο το 1500 μ.Χ. βρέθηκε η Ιερή εικόνα του, που μας αποκάλυψε την ύπαρξή του την παρρησία του ενώπιον του Θεού, ο οποίος τον έχει χαριτώσει με τόσο μεγάλη θαυματουργική δύναμη. Δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τον Άγιο Φανούριο, μόνο το όνομά του
που ήταν γραμμένο πάνω στην εικόνα που βρέθηκε και ήταν στρατιωτικός, όπως φανερώνει η στολή που φορά και μάλιστα κατά τους πρώτους αιώνες των μεγάλων διωγμών της Χριστιανοσύνης.
Επίσης πάνω στην εικόνα του, εικονίζονται και τα μεγάλα μαρτύρια που υπέστη ο Άγιος. Αυτά βέβαια είναι αρκετά, διότι μία εικόνα μας εξιστορεί όσα πράγματα θα μα εξιστορούσε και ένα βιβλίο.
Πριν από 500 περίπου χρόνια, όταν οι Τούρκοι είχαν κυριεύσει την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, από ένα εντελώς τυχαίο γεγονός, βρέθηκε η ιερά και σεβάσμια εικόνα του Αγίου.
Τον καιρό που οι Αγαρηνοί, περίπου δηλαδή το 1500, κατέλαβαν το νησί της Ρόδου, θέλησαν να το οχυρώσουν και να ξαναφτιάξουν τα τείχη της πόλης, που είχαν σε πολλά σημεία καταστραφεί. Πήραν λοιπόν σαν εργάτες πολλούς χριστιανούς, κι εκείνοι, καθώς έσκαβαν στα χαλάσματα
Κάποιων σπιτιών και παλαιών γκρεμισμένων ναών, βρήκαν μία θαυμάσια εικόνα, ολοκάθαρη και άφθαρτη που φαινόταν σαν να είχε αγιογραφηθεί την ίδια μέρα, πράγμα αξιοπερίεργο και που αποδεικνύει ότι η ανεύρεση της εικόνας δεν είναι τυχαία, αλλά δωρεά του Θεού.
Η εικόνα έδειχνε τον Άγιο Φανούριο νέο στην ηλικία, ντυμένο στρατιωτικά, να κρατάει ένα σταυρό και μαζί μια λαμπάδα αναμμένη. Ολόγυρα από την εικόνα, κατά την συνήθεια των αγιογράφων τότε, υπήρχαν 12 παραστάσεις από τα μαρτύρια του Αγίου.
Τα μαρτύρια που απεικονίζονται είναι μεγάλα και σκληρά και αποκαλύπτουν ότι πρόκειται για μεγάλο και γενναίο αθλητή της πίστεως.
Ο ένδοξος του Χριστού μεγαλομάρτυς Φανούριος ιστορικά δεν είναι γνωστός. Τον γνωρίσαμε μετά από τυχαία εύρεση της εικόνας του το δέκατο τέταρτο αιώνα στη Ρόδο. Τότε την ανασκαφή παλαιών οίκων στο νότιο μέρος του παλαιού τείχους βρέθηκε αρχαίος ναός με πολλές κατεστραμμένες εικόνες. Μεταξύ αυτών βρέθηκε και αυτή του αγίου Φανουρίου, στην οποία ο άγιος εικονίζεται νεαρός στρατιώτης που κρατεί στο δεξί χέρι σταυρό με αναμμένη λαμπάδα. Η εικόνα περιβάλλεται από δώδεκα μαρτύρια.
Πολλοί έχουν συνδυάσει τη μνήμη του με φανερώματα και τον θεωρούν ως τον άγιο που φανερώνει χαμένα αντικείμενα ή κρυμμένα μυστικά. Και τούτο γιατί ο άγιος έγινε γνωστός από την φανέρωση της εικόνας του.


Στη πρώτη παράσταση:
Εμφανίζεται ο Άγιος να απολογείται με παρρησία μπροστά στο Ρωμαίο άρχοντα.
Στη δεύτερη :
Ο Άγιος εικονίζεται ανάμεσα σε στρατιώτες που τον χτυπούν με πέτρες στο κεφάλι και στο στόμα.
Στη τρίτη :
Δείχνει τη συνέχεια αυτών των βασανιστηρίων, όπου έχουν ρίξει τον Άγιο πλέον στο χώμα και τον χτυπούν μανιασμένα με ρόπαλα και ξύλα, ενώ προσεύχεται.
Στη τέταρτη:
Είναι γυμνός και ματωμένος μέσα στη φυλακή, όπου οι δήμιοί του του καταξεσκίζουν τις σάρκες με σιδερένια εργαλεία. Εκείνος υπομένει ατάραχος με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό.
Στη πέμπτη:
Ο Άγιος βρίσκεται μπροστά στο σκληρό τύραννο με μία έκφραση που δείχνει τον πόνο και το μαρτύριο.
Στη έκτη:
Προσεύχεται μόνος του μέσα στη φυλακή έχοντας υψώσει τα χέρια ικετευτικά προς τον Ουρανό.
Στη έβδομη :
Εικονίζεται ένα ακόμη μαρτύριο, όπου είναι γυμνός και καταματωμένος, ενώ γύρω του καίνε το σώμα του με αναμμένες λαμπάδες.
Στην όγδοη :
Εμφανίζεται καταπλακωμένος κάτω από μια μεγάλη πέτρα και ολόγυρά του βρίσκονται άγρια θηρία, έτοιμα να τον κατασπαράξουν, ωστόσο μοιάζουν να είναι καθηλωμένα από την αγιότητά του.
Στην ένατη:
Βρίσκεται μπροστά σε ένα ακόμα μαρτύριο, αφού τον έχουν στήσει μπροστά στα είδωλα με αναμμένα κάρβουνα στα χέρια, αλλά εκείνος προτιμά να κρατά τα κάρβουνα στα χέρια και να καίγεται, παρά να τα πετάξει στα είδωλα και να λυτρωθεί.
Στη δέκατη:
Δέεται με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, ενώ γαλήνη και το θείο φως είναι ζωγραφισμένα στο πρόσωπό του.
Στη ενδέκατη:
Η κορύφωση του μαρτυρίου του!
O Άγιος στέκεται στη μέση και οι βασανιστές του τον έχουν τοποθετήσει σ' ένα μεγάλο μάγκανο και του τσακίζουν τα κόκαλα. Το πρόσωπο του παραμένει ήρεμο και υπομένει και υπομένει με καρτερία το φρικτό μαρτύριο. Στη τελευταία παράσταση εικονίζεται το φοβερό τέλος του μαρτυρίου του. Οι δήμιοί του τον έκαψαν ζωντανό, αφού μέχρι τέλους, στο Κύριό μας.
Εικονίζεται λοιπόν μέσα σ' ένα λάκκο με αναμμένα ξύλα, περιτριγυρισμένος από αναμμένες φλόγες και καπνούς.
Πάλι όμως το πρόσωπό του εξακολουθεί να είναι ήρεμο και ατάραχο, εστραμμένο με πίστη και αγαλλίαση προς τον αγαπημένο του Χριστό.
Και μόνο τα μαρτύρια που εικονίζονται στην εικόνα του Αγίου, τον καθιστούν μεγαλομάρτυρα.
Παράλληλα όμως και τα αναρίθμητα θαύματα που Χάριτι Θεού επιτελεί, επιβεβαιώνουν ότι ο Άγιος έχει μεγάλη παρρησία προς τον Θεό.
Στα ερείπια λοιπόν εκείνα, ο επίσκοπος της Ρόδου, αναστήλωσε το ναό του Αγίου Φανουρίου, ο οποίος σώζεται μέχρι σήμερα, όπως και η εικόνα που βρέθηκε 500 χρόνια πριν.
Τα θαύματα που από τότε άρχισε να τελεί ο Άγιος έγιναν αφορμή να συντρέχουν στη Ρόδο πολλού χριστιανοί για να ζητούν τις μεσιτείες του.
Η πιο χαρακτηριστική παράδοση στο λαό μας είναι βέβαια το εορταστικό Έθιμο της φανουρόπιτας που γίνεται συνήθως τη παραμονή της εορτής του.
Η πίτα αυτή είναι συνήθως μικρή και στρογγυλή σαν μικρός άρτος, μοιράζεται στους πιστούς και γίνεται άλλοτε για να φανερώσει κάποιο χαμένο αντικείμενο ή κάποια χαμένη υπόθεση ή ακόμα να φανερώσει την υγεία σε κάποιον ασθενή.
Υπάρχει επίσης και παράδοση ότι με τη πίτα αυτή γίνεται μνεία της μητέρας του, αλλά άγνωστο για ποιο λόγο.
Ο Άγιος αποτελεί έναν από τους πιο αγαπητούς και προσφιλείς αγίους, στον οποίο, ακόμη και σήμερα, προστρέχουν πλήθος πιστών και εκείνος σπεύδει γρήγορα να εκπληρώσει ότι του ζητήσουμε.
Προστάτης της Νήσου Ρόδου

O Άγιος Φανούριος είναι ο πολιούχος και προστάτης Άγιος ολοκλήρου του νησιού τής Ρόδου.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας σκάβο­ντας οι Αγαρηνοί για να ανακαινίσουν το κάστρο τής Ρόδου βρήκαν θεμέλια παλαιάς Εκκλησίας με πολλές εικόνες κατεστραμμένες ανάμεσα στις οποίες ξεχώριζε και μία παλαιά εικόνα πού έμοιαζε καινούργια και φρεσκοβαμμένη και τριγύρω στο πλαίσιο της, ήσαν ζωγραφισμένα όλα τα μαρτύρια του εικονιζόμενου Αγίου, ο οποίος φαινόταν πολύ νέος στην ηλικία, ντυμένος στρατιωτικά και κρατώντας στο δεξί του χέρι Σταυρό πάνω στον οποίο στηριζόταν αναμμένη λαμπάδα.
Στον Άγιο Φανούριο καταφεύγουν οι πιστοί, για να επικαλεστούν την βοήθεια του στις διάφορες ανάγκες της ζωής τους και μάλιστα όταν χάσουν ο,τιδήποτε ζητούν την παρέμβαση του και αμέσως το βρίσκουν. Ανάμεσα στα άλλα δώρα πού προσφέρουν στον Άγιο οι πιστοί είναι και ή φανουρόπιτα, την οποίαν τάζουν στον Άγιο, για να τους φανερώσει το αντικείμενο πού έχασαν ή κάποια λύση σε οποιοδήποτε πρόβλημα τους.
Στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας τον Ναό του Αγίου τον εξουσίαζε ένας Τούρκος ο όποιος τον είχε κάμει στάβλο και έβαζε μέσα τα χόρτα και τα άχυρα για τα ζώα του. Μία μικρή χριστιανή γειτόνισσα είχε φτιάξει από ντενεκίδι ένα μικρό ακίνδυνο κανδήλι και το άναβε κάθε μέρα από ένα παράθυρο του τρούλου μη δίνοντας σημασία στις απειλές του Τούρκου.
Στον Συναξαριστή της Εκκλησίας αναφέρονται ορισμένα από τα θαύματα του Αγίου πού έκανε σε παλαιότερες εποχές. Είναι αδύνατο όμως να περιγράψει κάποιος τα θαύματα που κάνει καθημερινά ο Άγιος αυτός Μεγαλομάρτυρας του Χριστού σε όσους με πίστη επικαλούνται την μεσιτεία του στις ανάγκες και τις δυσκολίες της ζωής τους.
Γνωρίζουμε βέβαια ότι ή πηγή του κάθε καλού και της κάθε δωρεάς είναι ο Χριστός. Από τον Χριστό παίρνουν οι Άγιοι και δίνουν σε μας. Δεν είναι ανεξάρτητες μονάδες πού ενεργούν αυτόβουλα και αυτοδύναμα. Είναι μεσίτες ανάμεσα στον Χριστό και τους ανθρώπους, όπως και ο Χριστός είναι Μεσίτης ανάμεσα στον Θεό Πατέρα Του και σε μας.
Η μνήμη του Αγίου Φανουρίου γιορτάζεται στις 27 Αυγούστου στον Ιερό Ναό του στην Ρόδο, με λαμπρότητα και προσέλευση πλήθους λαού.


Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

Αγιος Διονύσιος - Ζάκυνθος

agios dionysios.jpg

Εκείνο το γιόμα ο ηγούμενος στο μοναστήρι της Παναγίας της Αναφωνήτριας στη Ζάκυνθο Διονύσιος Σιγούρος κι ένας καλόγερος κλάδευαν τα δέντρα στον περίβολο του μοναστηριού, όταν ένα νέος άντρας, φοβισμένος κι ανήσυχος, όρμησε κοντά τους σαν κυνηγημένο αγρίμι και προσέπεσε στα πόδια του πρώτου:

-Σώσε με, γέροντα. Με κυνηγούν να με σκοτώσουν, είπε κι έριχνε ολοένα τα μάτια του με τρόμο κι αγωνία κατά την αυλόπορτα.

Ο ηγούμενος, που ήταν ντόπιος στο νησί και γνώριζε όλους τους συντοπίτες του με το μικρό τους όνομα, κατάλαβε πως ο επισκέπτης δεν ήταν Ζακυνθινός.

-Ποιος, παιδί μου, κατατρέχει έναν ξένο άνθρωπο σ' αυτόν το φιλόξενο τόπο; ρώτησε παραξενεμένος.

-Οι Σιγούροι, γέροντα ... Το Σιγουρέϊκο ολάκερο ... Ξαφνιάστηκε ο αγαθός γέροντας για δεύτερη φορά, καθώς άκουσε πως τον ξένο κυνηγούσαν οι στενοί συγγενείς του.

-Γιατί σε κατατρέχουν οι Σιγούροι;

-Έκαμα φονικό, δέσποτα ...

Σύξυλος απόμεινε λίγες στιγμές ο ηγούμενος

-Ποιανού αφαίρεσες τη ζωή;

-Του άρχοντα Κωνσταντίνου Σιγούρου.

Κάηκε η καρδιά του ηγούμενου, καθώς άκουσε πως σκοτωμένος ήταν ο αδερφός του! Ο πόνος τον έπνιξε. Τα μάτια του υγράνθηκαν.

Ένα συναίσθημα παράπονου κι οργής μαζί τύλιξε την καρδιά του και για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό του να εκδικηθεί το φονιά του αδερφού του, παραδίνοντάς τον στους διώκτες του για άμεση και δίκαιη τιμωρία.

Για λίγο μονάχα σκέφτηκε έτσι, γιατί ευθύς αμέσως μετάνιωσε. Έβαλε χαλινάρι στο πάθος της εκδίκησης, που γεννήθηκε στην ψυχή του. Όχι, δεν έπρεπε να πάρει εκδίκηση.

Ο ανεξίκακος Κύριος είχε συγχωρήσει τους σταυρωτές Του πάνω στο σταυρό. «Αγαθοποιείτε τους κακοποιούντας υμάς», ήταν η εντολή Του. «Κύριε, ελέησόν με, τον αμαρτωλό», ψιθύρισε κι έκαμε το σημείο του σταυρού.

Στράφηκε κατά το φονιά και, δίχως να του αποκαλύψει πως ήταν αδερφός του θύματος, τον ερώτησε ήρεμα:

-Γιατί, παιδί μου, σκότωσες αυτόν τον καλό άνθρωπο κι αξιότατο άρχοντα στο νησί;

-Η κακιά η ώρα, γέροντα ... Μα μην το ψάχνεις, αποκρίθηκε τρέμοντας πάντα εκείινος. Κρύψε με μονάχα γρήγορα, σε παρακαλώ, να γλιτώσω από τη δικαιολογημένη οργή τους ... Κρύψε με, γιατί όπου να ναι καταφτάνουνε στο μοναστήρι και θα με τουφεκίσουν ...

-Θα σε κρύψω ... Ακολούθα με.

Τον έκρυψε σ' ένα απόκρυφο σημείο, που μήτε οι καλόγεροι του μοναστηριού δεν γνώριζαν.

Δεν ήταν ο πρώτος τυχαίος μοναχός ο πατέρας Διονύσιος. Όχι. Είχε λάβει μεγάλη μόρφωση κι από εξαίρετους δασκάλους.

Και θα μπορούσε να έχει κάποιο αξίωμα ή μια σημαντική κοινωνική διάκριση στη Ζάκυνθο, αν από μικρό δεν τον τραβούσε σαν μαγνήτης ο μοναχικός βίος.

Είχε διατελέσει κι αρχιεπίσκοπος της Αίγινας, μα γρήγορα είχε παραιτηθεί για λόγους ταπεινοφροσύνης κι είχε ξαναγυρίσει στο Μοναστήρι του, για να συνεχίσει το σημαντικό χριστιανικό και φιλανθρωπικό του έργο.

Μόλις που πρόλαβε ν' ασφαλίσει το φονιά κι οι Σιγούροι πρωτοξάδερφα και λοιποί συγγενείς του πλάκωσαν αρματωμένοι, ιδρωμένοι, κατάκοποι και, προπαντός αγριωμένοι:

-Πού είναι ο φονιάς, γέροντα;

Ο πατέρας Διονύσιος καμώθηκε πως δεν γνώριζε τίποτε

-Δεν είμαστε φονιάδες εδώ, αδέρφια μου ...

-Δε λέμε για τους ανθρώπους του μοναστηριού, αλλά για το φονιά που τρύπωσε δω μέσα πριν από λίγο ...

Ο ηγούμενος κράτησε όλη την ψυχραιμία του. Έπρεπε να τους πείσει όχι μονάχα με τα λόγια του, αλλά και με τη στάση του, πως ο φονιάς δεν ήταν εκεί.

Αν υπονοιάζονταν πως τον έκρυβε για λόγους χριστιανικής ανεξικακίας, εκείνοι θα κάνανε το παν να τον ανακαλύψουν.

-Μα τι θέση έχουν τ' άρματα στο Μοναστήρι πρόσθεσε.

Εκείνοι του εξιστόρησαν τα γεγονότα όλα κι ο πατέρας Διονύσιος άφησε λεύτερα πια τα δάκρυά του, που ως εκείνη τη στιγμή συγκρατούσε με κόπο.

Θρήνησε βουβά τον άδικο χαμό του αγαπημένου του αδερφού.

-Ναι, αδέρφια μου, μα τώρα τι γυρεύετε με τα ντουφέκια στο Μοναστήρι; είπε στο τέλος, σφουγγίζοντας τα μάτια του.

-Είδαμε που ο φονιάς τράβηξε κατά δω, γέροντα, και θαρρέψαμε πως θα σου γύρευε καταφύγιο, είπε ένας. Πάμε ...Φεύγουμε ... Όμως κάπου εδώ τριγύρω θα κρύβεται και θα τον εύρουμε ...Δε θα γλιτώσει!

Οι Σιγούροι άφησαν το Μοναστήρι και συνέχισαν την αναζήτηση του φονιά στο νησί.

Ο πατέρας Διονύσιος, σαν τα ξαδέρφια του ξεμάκρυναν αρκετά από το Μοναστήρι, πήγε στην κρυψώνα και κάλεσε το φονιά να βγει έξω. Βγήκε εκείνος και βιάστηκε να του καταφιλήσει τα χέρια.

-Σ' ευχαριστώ, άγιε ηγούμενε. Σ' ευχαριστώ, που μου έσωσες τη ζωή ...

-Άνθρωπέ μου, γνωρίζεις ποιος είμαι;

-Όχι, γέροντα.

-Είμαι ο αδερφός του σκοτωμένου, του είπε με φωνή γεμάτη πόνο. Ο αδελφός μου που εσύ του αφαίρεσες τη ζωή, κανέναν δεν είχε βλάψει. Γιατί το έκανες;

Σάστισε ο άλλος. Πάνιασε το πρόσωπό του και το πάνω χείλι του τρεμόπαιξε:

-Κακιά ώρα, δέσποτα, δικαιολογήθηκε ξανά τραυλίζοντας.

-Ανάγκη, αδελφέ μου, να μετανιώσεις γι' αυτή σου την πράξη. Να γυρέψεις συχώρεση από το Θεό. Γιατί αν χάσεις την ψυχή σου, τα χεις όλα χαμένα ...

Ο άλλος έβαλε τα κλάματα:

-Μετανιώνω, δέσποτα ... Μετανιώνω ...

Ο πατέρας Διονύσιος τον συγχώρεσε. Του έδωσε μάλιστα και λιγοστά χρήματα για τις πρώτες του ανάγκες και τον συνόδεψε ως το γιαλό, όπου τον μπαρκάρισε σ' ένα περαστικό καραβάκι για την Πελοπόννησο.

Ο πατέρας Διονύσιος κοιμήθηκε στη Ζάκυνθο στις 17 Δεκεμβρίου 1622 κι η Εκκλησία μας για τον ενάρετο βίο του, τη χριστιανική και φιλάνθρωπη δράση και τα θαύματά του τον ανακήρυξε άγιο.

Για την άγια ζει και τα θαύματά του, που ακόμα συνεχίζονται, οι κάτοικοι αυτού του ωραίου νησιού έχουνε πολλά να διηγούνται.


Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Βρέθηκα σε καταιγισμό αγάπης!...






«Η καρδιά μου αγαπούσε δυνατά τον Πλαστουργό της. Αυτός ήταν ο πλούτος και η τροφή μου! Αλλά αν όλα τα χρόνια ήμουν κάτω από την προστασία και την αγάπη Του, το 1980... βρέθηκα σε καταιγισμό αγάπης!... 
Από το κεφάλι μέχρι τα δάκτυλα των ποδιών μου ήμουν ακίνητη... Τα μάτια δεν άνοιγαν για να δουν, αλλά και όταν άνοιγαν τα έβλεπα ή θαμπά ή διπλά. Δεν μπορούσα να μιλήσω καθόλου,... τα πνευμόνια δεν λειτουργούσαν από μόνα τους. Είχα πάντα οξυγόνο, μερικές φορές και αναπνευστήρα...
Είχα για 3 συνεχή χρόνια ορό χωρίς να παίρνω από το στόμα ούτε μια κουταλιά γάλα. Έτσι δοκίμασα στον τέλειο βαθμό της την πείνα και την δίψα... 
Η δόση των καθημερινών μου φαρμάκων έφθανε τα 60-70 χάπια με άδειο τελείως στομάχι. Πολλές φορές πλησίασα την γεύση του θανάτου.

Όλα αυτά φαίνονταν σαν ταλαιπωρίες, όμως η πραγματικότητα ήταν άλλη. Ποτέ δεν θα μπορέσω να περιγράψω την γλυκύτητα και την εσωτερική ανάπαυση και χαρά... Βυθίζομαι σε ωκεανούς χαράς και ευτυχίας.
 Και αιτία αυτών η μακροχρόνια ασθένεια μου».
 Ο σκοπός και η ωφέλεια των ασθενειών (Ιερομόναχος Γρηγόριος, Ιερόν Κουτλουμουσιανόν Κελλίον Άγ. Ιωάννης ο Θεολόγος, Καρυές Άγιον Όρος)

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2014

Ὁ Θεὸς ἐγκαταλείπει τὸν ἄνθρωπο;... Εἶναι δυνατὸ αὐτό;...




 
Ὁ Θεὸς ἐγκαταλείπει τὸν ἄνθρωπο;... Εἶναι δυνατὸ αὐτό;..

 
Ἡ ὁδὸς τοῦ χριστιανοῦ σὲ γενικὲς γραμμὲς εἶναι τέτοιας λογῆς.
Στὴν ἀρχὴ ὁ ἄνθρωπος προσελκύεται ἀπὸ τὸ Θεὸ μὲ τὴ δωρεὰ τῆς χάρης, κι ὅταν ἔχει πιὰ προσελκυσθεῖ, τότε ἀρχίζει μακρὰ περίοδος δοκιμασίας. Δοκιμάζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη του στὸ Θεό, καὶ δοκιμάζεται «σκληρά».

Στὴν ἀρχὴ οἱ αἰτήσεις πρὸς τὸ Θεό, μικρὲς καὶ μεγάλες, ἀκόμη καὶ οἱ παρακλήσεις πού μόλις ἐκφράζονται, ἐκπληρώνονται συνήθως μὲ γρήγορο καὶ θαυμαστὸ τρόπο ἀπὸ τὸ Θεό.

Ὅταν ὅμως ἔλθει ἡ περίοδος τῆς δοκιμασίας, τότε ὅλα ἀλλάζουν καὶ σὰν νὰ κλείνεται ὁ οὐρανὸς καὶ νὰ γίνεται κουφὸς σ' ὅλες τὶς δεήσεις.

Γιὰ τὸ θερμὸ χριστιανὸ ὅλα στὴ ζωὴ του γίνονται δύσκολα. Ἡ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων ἀπέναντί του χειροτερεύει, παύουν νὰ τὸν ἐκτιμοῦν αὐτὸ πού ἀνέχονται σ' ἄλλους, σ' αὐτὸν δὲν τὸ συγχωροῦν, ἡ ἐργασία του πληρώνεται, σχεδὸν πάντοτε, κάτω ἀπὸ τὸ νόμιμο, τὸ σῶμα του εὔκολα προσβάλλεται ἀπὸ ἀσθένειες. Ἡ φύση, οἱ ἄνθρωποι, ὅλα στρέφονται ἐναντίον του.

Παρότι τὰ φυσικά του χαρίσματα δὲν εἶναι κατώτερα ἀπὸ τὰ χαρίσματα τῶν ἄλλων, δὲν βρίσκει εὐνοϊκὲς συνθῆκες νὰ τὰ χρησιμοποίηση. Ἐπὶ πλέον ὑπομένει πολλὲς ἐπιθέσεις ἀπὸ τὶς δαιμονικὲς δυνάμεις καὶ τὸ ἀποκορύφωμα εἶναι ἡ ἀνυπόφορη θλίψη ἀπὸ τὴ θεία ἐγκατάλειψη.

Τότε κορυφώνεται τὸ πάθος του, γιατί πλήττεται ὁ ὅλος ἄνθρωπος σ' ὅλα τὰ ἐπίπεδά της ὑπάρξεώς του.

Ὁ Θεὸς ἐγκαταλείπει τὸν ἄνθρωπο;... Εἶναι δυνατὸ αὐτό;...

Κι ἐν τούτοις στὴ θέση τοῦ βιώματος τῆς ἐγγύτητας τοῦ Θεοῦ ἔρχεται στὴν ψυχὴ τὸ αἴσθημα πώς Ἐκεῖνος εἶναι ἀπείρως, ἀπροσίτως μακριά, πέρα ἀπὸ τοὺς ἀστρικοὺς κόσμους κι ὅλες οἱ ἐπικλήσεις πρὸς Αὐτὸν χάνονται ἀβοήθητες στὸ ἀχανές του κοσμικοῦ διαστήματος. H ψυχὴ ἐντείνει ἐσωτερικὰ τὴν κραυγή της πρὸς Αὐτόν, ἀλλὰ δὲν βλέπει ἀκόμα οὔτε βοήθεια ΟΥΤΕ προσοχή. Ὅλα τότε γίνονται φορτικά.

Ὅλα κατορθώνονται μὲ δυσανάλογα μεγάλο κόπο. H ζωὴ γεμίζει ἀπὸ μόχθους κι ἀναδεύει μέσα στὸν ἄνθρωπο τὸ αἴσθημα πῶς βαραίνει πάνω του ἡ κατάρα καὶ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν ὅμως περάσουν αὐτὲς οἱ δοκιμασίες, τότε θὰ δεῖ πῶς ἡ θαυμαστὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ τὸν φύλαγε προσεκτικὰ σ' ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς ζωῆς του.

Χιλιόχρονη πείρα, ποῦ παραδίνεται ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, λέει πῶς, ὅταν ὁ Θεὸς δεῖ τὴν πίστη τῆς ψυχῆς τοῦ ἀγωνιστῆ γι' Αὐτόν, ὅπως εἶδε τὴν πίστη τοῦ Ἰώβ, τότε τὸν ὁδηγεῖ σὲ ἀβύσσους καὶ ὕψη ποῦ εἶναι ἀπρόσιτα σ' ἄλλους.

Ὅσο πληρέστερη καὶ ἰσχυρότερη εἶναι ἡ πίστη καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ ἀνθρώπου στὸ Θεό, τόσο μεγαλύτερο θὰ εἶναι καὶ τὸ μέτρο τῆς δοκιμασίας καὶ ἡ πληρότητα τῆς πείρας, ποῦ μπορεῖ νὰ φτάσει σὲ μεγάλο βαθμό.

Τότε γίνεται ὁλοφάνερο πῶς ἔφτασε στὰ ὅρια, ποῦ δὲν μπορεῖ νὰ ξεπεράσει ὁ ἄνθρωπος.


Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), "Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης"
Πνευματικές Δοκιμασίες - Θεοεγκατάλειψη (ἀποσπάσματα)




Εκδόσεις Συναξάρι

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν εξοργίζονται;


Μια μέρα, ένας σοφός έκανε την παρακάτω ερώτηση στους
μαθητές του:.-"Γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν εξοργίζονται;"
-"Γιατί χάνουν την ηρεμία τους" , απάντησε ο ένας.
-"Μα γιατί πρέπει να ξεφωνίζουν παρότι ο άλλος βρίσκεται 
δίπλα τους;" ξαναρωτά ο σοφός.
-" Ξεφωνίζουμε, όταν θέλουμε να μας ακούσει ο άλλος "
είπε ένας άλλος μαθητής ...
Και ο δάσκαλος επανήλθε στην ερώτηση:
-"Μα τότε δεν είναι δυνατόν να του μιλήσει με χαμηλή φωνή;
Διάφορες απαντήσεις δόθηκαν αλλά... καμιά δεν ικανοποίησε
 τον δάσκαλο...
-"Ξέρετε γιατί ουρλιάζουμε κυριολεκτικά όταν είμαστε θυμωμένοι;
Γιατί όταν θυμώνουν δυό άνθρωποι, οι καρδιές τους
 απομακρύνονται πολύ...
και για να μπορέσει ο ένας να ακούσει τον άλλο θα πρέπει 
να φωνάξει δυνατά,
για να καλύψει την απόσταση..
Όσο πιο οργισμένοι είναι, τόσο πιό δυνατά θα πρέπει 
να φωνάξουν για ν'ακουστούν.
Ενώ αντίθετα τι συμβαίνει όταν είναι ερωτευμένοι;
Δεν έχουν ανάγκη να ξεφωνήσουν, κάθε άλλο, μιλούν σιγανά
 και τρυφερά..
Γιατί; Επειδή οι καρδιές τους είναι πολύ πολύ κοντά.
Η απόσταση μεταξύ τους είναι ελάχιστη. Μερικές φορές 
είναι τόσο κοντά
 που δεν χρειάζεται ούτε καν να μιλήσουν... παρά μονάχα
 ψιθυρίζουν.
Και όταν η αγάπη τους είναι πολύ δυνατή δεν είναι αναγκαίο
 ούτε καν να μιλήσουν, 
τους αρκεί να κοιταχθούν.
Έτσι συμβαίνει όταν δυό άνθρωποι που αγαπιούνται
 πλησιάζουν ο ένας προς τον άλλον.

Στο τέλος ο Σοφός είπε συμπερασματικά:

-"Οταν συζητάτε μην αφήνετε τις καρδιές σας να απομακρυνθούν,
μην λέτε λόγια
 που σαν απομακραίνουν,γιατί θα φτάσει μια μέρα που η
 απόσταση θα γίνει 
 τόσο μεγάλη που δεν θα βρίσκουν πιά τα λόγια σας το δρόμο
 του γυρισμού".