Ιησούς Σινά

Τι πλέον θέλεις;

Εγώ πατήρ, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφεύς, εγώ ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος, παν όπερ αν θέλεις εγώ. Μηδενός εν χρεία καταστείς. Εγώ δουλεύσω.

Ήλθον γαρ διακονήσαι, ου διακονηθήναι. Εγώ και φίλος και ξένος και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μήτηρ. Πάντα εγώ.

Μόνον οικείως έχε προς εμέ. Εγώ πένης δια σέ και αλήτης δια σέ, επι σταυρού δια σέ, άνω υπέρ σου εντυγχάνω τω Πατρί κάτω υπέρ σου πρεσβευτής παραγέγονα παρά του Πατρός.

Πάντα μοι σύ και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος.

Τι πλέον θέλεις;

Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Παραπονιέσαι ότι δεν σου συμπεριφέρονται καλά αυτοί με τους οποίους συναναστρέφεσαι.

gr13
Παραπονιέσαι ότι δεν σου συμπεριφέρονται καλά αυτοί με τους οποίους συναναστρέφεσαι. Άκου τη συμβουλή μου: Εάν κάποιος δεν σου συμπεριφέρεται καλά, εσύ να του συμπεριφέρεσαι με καλωσύνη. Όλη η υπόθεση θέλει ταπείνωση. Ας πούμε ένα παράδειγμα: Σου λέγει κάποιος πως η δουλειά σου δεν είναι καλή. Να του πης: “Ευχαριστώ, που με συμβουλεύεις. Βοήθησε με να γίνω καλύτερος. Λέγε μου τα λάθη μου, για να τα διορθώσω”. Να δέχεσαι απ’ όλους συμβουλές, από ταπείνωση όμως και όχι από δειλία. Έτσι θα διατηρής στην ψυχή σου την ουράνια χαρά και την ειρήνη.
            Σου είπε ο αδελφός σου ότι είσαι ύπουλος! Πάρε το για αστείο, και μη σου κακοφανεί! Αλλά, κι άν ακόμη το εννοούσε, σε ερωτώ: Μήπως στην πραγματικότητα δεν είμαστε όλοι ύπουλοι; Ποιός μπορεί να ισχυρισθεί πως είναι παντού και πάντοτε ευθύς και ειλικρινής; Πες ότι σου το είπε αυτό ο αδελφός σου κατά παραχώρηση Θεού, για να ταπεινωθείς και να διορθωθείς. Και εσύ να νοιώθεις όχι αντιπάθεια, αλλά αγάπη και ευγνωμοσύνη για τον αδελφό σου, που, έστω και μ’ αυτό τον τρόπο, σε βοηθά να διορθωθείς και να σωθείς!
            Όταν σε λυπούν ή όταν σε προσβάλλουν, τότε να ενθυμήσαι τα Πάθη του Κυρίου μας: Όταν τον ύβρισαν, αυτός δεν ύβριζε, όταν τον ειρωνεύονταν, αυτός δεν ειρωνευόταν, όταν τον κτυπούσαν, αυτός δεν κτυπούσε, όταν τον κακολογούσαν, αυτός δεν κακολογούσε, αλλά σ’ όλα αυτά ανταποκρινόταν με ηρεμία: “Ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού” (Ιω. ιη’ 23). Και προσευχόταν για τους σταυρωτές Του. Να ζούμε, όπως έζησε ο Χριστός, δηλαδή με ταπείνωση, με υπακοή, με ανεξικακία. Να φροντίζουμε να Τον μιμούμαστε, όσο γίνεται, σε όλα. Μετά χαράς να βαδίζουμε τη στενή και τεθλιμμένη οδό, και να μισούμε τον φαρδύ και αστόχαστο βίο.
            Πρόσεξε να μη σου κακοφαίνεται, όταν σου πουν λόγο σκληρό. Οι λόγοι οι σκληροί, οι υβρισιές, οι καταφρονήσεις απαλλάτουν τον άνθρωπο από τους κακούς λογισμούς, και μάλιστα τους αισχρούς. Τον απαλλάτουν απ’ όλα τα πάθη, αρκεί να υπομένει όλα αυτά αγόγγυστα. Όταν φθάσης στο σημείο να ευχαριστείσαι, όταν σε καταφρονούν, σε υβρίζουν και σε συκοφαντούν, τότε να ξέρεις σίγουρα ότι θα απολαύσης στέφανον αμάραντον στους ουρανούς.
            Αν σε κοροϊδεύουν, εσύ κάνε καλούς λογισμούς, παίρνε το π.χ. για αστείο, και έτσι φεύγει εύκολα η παρεξήγηση και το σκάνδαλο. Να σας πω ένα παράδειγμα: Στο διακόνημα της γεωργίας, είχα δύο λαϊκούς βοηθούς, μισθωτούς της Μονής. Ο ένας ήταν έμπειρος στη γεωργία, ενώ ο άλλος εργαζόταν προηγουμένως ως κουρέας, και μόνο πρόσφατα είχε αρχίσει να επιδίδεται και αυτός στη γεωργία. Ο έμπειρος ήταν μικρότερος στην ηλικία από τον άλλο. Κι όμως τον πείραζε, αποκαλώντας τον “ψωμά”, υπονοώντας ότι δεν ήταν άξιος στη δουλειά του, αλλά μόνο για να τρώει ψωμί ήταν ικανός. Όμως ο άλλος ήταν πράος και ανεξίκακος, άν και ήταν μεγαλύτερος και είχε και δέκα παιδιά. Έλεγε με τον λογισμό του: “γιατί να μου κακοφανεί, άν με αποκάλεσε “ψωμά”; Ας τον να λέει. Δεν πειράζει!” Δηλαδή ταπεινώθηκε εκούσια, εξέλαβε την προσβολή για αστείο, δεν στενοχωρήθηκε, και έτσι κέρδισε ό,τι πιο πολύτιμο: Τη Χάρη του Θεού!
            Ο Κύριος μακαρίζει τους πραείς. Λέγει ότι “αυτοί κληρονομήσουσι την γην” (Ματθ. ε’ 5). Αυτός, που είναι πραγματικά πράος, όχι μόνο εξωτερικά δεν οργίζεται, αλλ’ ούτε και μέσα στην ψυχή του. Την ώρα του παροξυσμού να προτιμάς τη σιωπή, την προσευχή και τη φυγή, και ποτέ σου δεν θα το μετανοιώσης.
            Πολλοί οργίζονται όχι μόνον εναντίον ανθρώπων, αλλά και εναντίον αψύχων πραγμάτων, και αρχίζουν να σπάνε αντικείμενα και να χτυπούν τα ζώα, που νομίζουν ότι τους έφταιξαν. Όμως ο αληθινά πράος και ανεξίκακος δεν οργίζεται με τίποτε και είναι πάντοτε ειρηνικός. Το Πνεύμα το Άγιο κατοικεί μέσα στην ψυχή του.
            Η πραότης, όταν είναι κατά Θεόν, δεν είναι ούτε δειλία, ούτε αδυναμία, αλλά είναι δύναμη πνευματική και πίστη στον Θεό αληθινή.
            Ο πράος παραμένει ανεπηρέαστος στον νου και στην καρδιά του. Δεν ταράσσεται, ούτε όταν τον κατηγορούν, ούτε όταν τον επαινούν ούτε όταν τον υπολογίζουν, ούτε όταν τον αγνοούν, ούτε όταν τον εξυψώνουν, ούτε όταν τον ταπεινώνουν. Αυτή όμως η αρετή είναι καρπός μεγάλης πίστης στον Θεό, βαθιάς ταπείνωσης και καθαρής προσευχής.
            Ο πράος επηρεάζει και τους άλλους γύρω του. Ειρηνεύει αυτούς, που διαπληκτίζονται, γαληνεύει αυτούς, που έχουν ταραχή και σύγχυση.
            Ο πράος, και με μόνη τη θέα του, σκορπίζει ειρήνη και χάρη.


Πηγή:  optiko.net

Στίς θλίψεις και στα παθήματα, στην υπομονή και στην πίστη, είναι κρυμμένες οι υποσχέσεις του Θεού.



1_i_m__metamorfosi_toy_Sotiros.jpg
Πρέπει να γνωρίζεις ότι μέσα στίς θλίψεις και στα παθήματα, στην υπομονή και στην πίστη, είναι κρυμμένες οι υποσχέσεις του Θεού, όπως επίσης και η δόξα και η απόκτηση των ουρανίων αγαθών.
Γιατί και το σιτάρι, που σπέρνεται στη γή, είναι ανάγκη πρώτα να δοθεί στη σήψη και στην ατιμία, φαινομενικά, και έτσι να απολαύσουμε την ομορφιά και τον πολλαπλάσιο καρπό του. Aν όμως δεν περνούσε από τη σήψη εκείνη και τη φαινομενική ατιμία, δεν θα έβγαζε καρπό. Αυτό λέει και ο Απόστολος: «Πρέπει να περάσουμε πολλές θλίψεις για να μπούμε στη βασιλεία του Θεού».
Kαι ο Kύριος λέει: «Mε την υπομονή σας, θα σώσετε τις ψυχές σας», και: «στόν κόσμο θα έχετε θλίψεις».
O Ιησούς, είναι η μοναδική ελπίδα μας. H ελπίδα του κόσμου ολοκλήρου.

Άγιος Μακάριος


Κυριακή 13 Ιουλίου 2014

Πες μου, για ποιό λόγο κλαις με τόσο πόνο αυτόν που πέθανε;



Πες μου, για ποιό λόγο κλαις με τόσο πόνο αυτόν που πέθανε; Γιατί ήταν κακός; Ε, λοιπόν, όχι μόνο δεν πρέπει να κλαις, αλλά και να ευχαριστείς το Θεό, που σταμάτησε πια η κακία του.
Μήπως, απεναντίας, ήταν καλός; Και στην περίπτωση αυτή πρέπει να χαίρεσαι, γιατί πέθανε «πριν η κακία αλλάξει τη σύνεσή του ή η δολιότητα της αμαρτίας εξαπατήσει την ψυχή του».
Ήταν μήπως νέος; Και γι' αυτό ακόμα ευχαρίστησε το Θεό και δόξασέ Τον, γιατί τον πήρε κοντά Του. Όπως εκείνους που πηγαίνουν για ν' αναλάβουν κάποιο αξίωμα, τους κατευοδώνουμε με χαρά και ικανοποίηση, έτσι πρέπει ν' αποχαιρετάμε κι αυτούς που φεύγουν από τούτη τη ζωή, γιατί πηγαίνουν κοντά στο Θεό, όπου θ' απολαμβάνουν μεγάλη τιμή και ευτυχία.


Δεν λέω, βέβαια, ότι δεν πρέπει να λυπόμαστε για το χωρισμό από τ' αγαπημένα μας πρόσωπα, που πεθαίνουν, αλλά να μη λυπόμαστε περισσότερο απ' όσο πρέπει. Γιατί θα παρηγορηθούμε αρκετά, αν σκεφτούμε ότι ο άνθρωπος, που χάσαμε, ήταν θνητός, όπως όλοι μας.
Με το ν' αγανακτούμε, δεν δείχνουμε τίποτ' άλλο, παρά πως ζητάμε πράγματα ασυμβίβαστα με την ανθρώπινη φύση. Γεννήθηκες άνθρωπος, επομένως θνητός. Γιατί, λοιπόν, υποφέρεις με κάτι τόσο φυσικό, όπως ο θάνατος; Μήπως λυπάσαι, επειδή, για να ζήσεις, πρέπει να τρως; Μήπως επιδιώκεις να ζήσεις χωρίς τροφή; Τότε γιατί επιδιώκεις να μην πεθάνεις;
Όσο φυσικό είναι το να τρως, άλλο τόσο και το να πεθάνεις. Αφού είσαι θνητός, μη ζητάς να γίνεις αθάνατος" γιατί αυτό το πράγμα καθορίστηκε και νομοθετήθηκε μια μόνο φορά και για πάντα. Ας μη μοιάζουμε στους ληστές, που θέλουν να κάνουν δικά τους όσα ανήκουν σε άλλους.
Έτσι, όταν ο Θεός παίρνει από μας χρήματα ή τιμή ή δόξα, ακόμα και το σώμα ή και την ψυχή, παίρνει αυτά που Του ανήκουν. Και το παιδί σου ακόμη αν πάρει, δεν παίρνει ουσιαστικά το παιδί σου, αλλά το δικό Του πλάσμα.


Αφού, λοιπόν, εμείς δεν ανήκουμε στον εαυτό μας, πώς θα ανήκουν σ' εμάς όσα ανήκουν σ' Εκείνον; Αν η ψυχή σου δεν είναι δική σου, πώς είναι δικά σου τα χρήματά σου; Και αν δεν είναι δικά σου, πώς ξοδεύεις άσκοπα ή άπρεπα αυτά που ανήκουν σε άλλον;
Μη λες, "Τα δικά μου ξοδεύω, από τα δικά μου διασκεδάζω"" γιατί ξοδεύεις και διασκεδάζεις με τα ξένα. Και τα αποκαλώ ξένα, γιατί ο Θεός θεωρεί δικά σου όσα σου έδωσε, για να τα μοιράσεις στους φτωχούς. Τότε μόνο τα ξένα γίνονται δικά σου. Αν τα ξοδέψεις για τον εαυτό σου, τότε τα δικά σου γίνονται ξένα.


Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Ο φθόνος είναι πάθος που δύσκολα εξαλείφεται!

 

547334_239380422838982_334304030_n.jpg

Είναι προτιμότερο να έχει κανείς ένα φίδι να περιστρέφεται στα σπλάχνα του παρά να έχει φθόνο, ο οποίος να σύρεται μέσα του.

Διότι, το μεν φίδι μπορεί κανείς πολλές φορές και να το εμέσει με φάρμακο και με τροφή να το καταπραΰνει·

Ο φθόνος όμως δεν περιστρέφεται στα σπλάχνα, αλλά προσκολλάται στον κόλπο της ψυχής και είναι πάθος το οποίο δύσκολα εξαλείφεται και το μεν φίδι που βρίσκεται μέσα δεν θα έκανε κακό στα ανθρώπινα σώματα αν υπήρχε τροφή πλησίον του, ο φθόνος όμως, κι αν ακόμα παραθέσει σ'αυτόν πλουσιότατη τράπεζα, την ίδια την ψυχή κατατρώγει, δαγκώνει από παντού, σπαράσσει, ξεσχίζει.

Και δεν είναι δυνατό να βρει ο φθονερός κάποια άλλη ανακούφιση με την οποία να απαλλαγεί από το δράμα του που είναι μανία πραγματική παρά μόνο μία την δυστυχία εκείνου που ευημερεί και δι' αυτό τον φθονεί.



(Aγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου. Εις την Β' προς Κορινθίους, Λόγος ΚΖ, §3, PG 61,587).

Παναγία η Καλυβιανή - Κρήτη

 

Η Μονή Καλυβιανής αποτελεί ένα ξεχωριστό παράδειγμα μοναστηριού που ταύτισε την πίστη και τη λατρεία με την κοινωνική προσφορά και το φιλανθρωπικό έργο. Βρίσκεται στην περιοχή Καλύβια Μεσαράς, κοντά στις Μοίρες, και είναι ένα από τα πιο σημαντικά προσκυνήματα της Κρήτης.

Από τις ελάχιστες σωζόμενες πληροφορίες-ενδείξεις εικάζεται ότι στην τοποθεσία αυτή υπήρχε μοναστήρι αφιερωμένο στην Παναγία, που καταστράφηκε όταν έγινε η επιδρομή των Οθωμανών εναντίον της Κρήτης στα μέσα του 17ου αι. Το άγνωστο μοναστήρι λειτουργούσε ήδη στα χρόνια των Ενετών και πιθανότατα η περίοδος της ίδρυσής του ανάγεται στην εποχή του Βυζαντίου. Μετά την κατάκτηση της Κρήτης (1669) οι Οθωμανοί καταπάτησαν τη γύρω περιοχή, όχι όμως και το ναό που λειτουργούσε σποραδικά μέχρι το 1821 και κατά καιρούς τα παλιά κελλιά στέγαζαν μεμονωμένους ασκητές.

Μεταξύ των ετών 1821-1865 ο ναός εγκαταλείφθηκε από τους χριστιανούς και χρησιμοποιήθηκε από τους Οθωμανούς κατοίκους του γειτονικού χωριού Καλύβια σαν στάβλος ή αποθήκη. Το 1865, ένα χρόνο πριν τη μεγάλη Κρητική επανάσταση, ο Ιωάννης Μαργιολάκης από το χωριό Άγιος Ιωάννης άρχισε να επισκευάζει το ναό, και κυρίως το Άγιο Βήμα.

Οι Οθωμανοί δεν τον εμπόδισαν. Όμως ο θρησκευτικός φανατισμός των Μουσουλμάνων της Κρήτης ώθησε δύο παιδιά να βεβηλώσουν το μικρό αυτό ναό. Το ένα παιδί πέθανε και το άλλο αρρώστησε. Το γεγονός συζητήθηκε έντονα σε όλο τον κάμπο της Μεσαράς και από τότε άρχισε η Καλυβιανή να αποκτά φήμη και να καταφτάνουν προσκυνητές.
Οι Οθωμανοί οργισμένοι προσπαθούσαν να επιβάλουν απαγορεύσεις και να εμποδίσουν τους προσκυνητές να προσέρχονται στο ναό. Το θέμα πήρε τόσο μεγάλες διαστάσεις ώστε το 1873 ήταν το κύριο θέμα της Κρήτης.
Η υπόθεση αυτή οδήγησε στην επέμβαση του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ και του σουλτάνου, που μετέθεσαν αντίστοιχα τον μητροπολίτη Μελέτιο και τον Διοικητή του Ηρακλείου Μουσταφά Πασά. Τον ίδιο χρόνο οι Δημογέροντες του Ηρακλείου έστειλαν μία εκτενή έκθεση των γεγονότων στους εκπροσώπους των χριστιανικών κρατών, προκειμένου να πιέσουν την οθωμανική πλευρά, ώστε να πάψει να εμποδίζει τους χριστιανούς στην εκτέλεση των θρησκευτικών καθηκόντων τους.

Παρά τις όποιες δυσκολίες η προσέλευση των πιστών συνέχισε να αυξάνει. Σημαντικό ρόλο σ' αυτό διαδραμάτισε ο Ματθαίος Μιχελινάκης που, σύμφωνα με την παράδοση, βρήκε (1873) την εικόνα της Παναγίας κάτω από ένα δέντρο. Η είδηση αυτή προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση. Η εικόνα θεωρήθηκε θαυματουργή και πλήθος πιστών άρχισαν να συρρέουν από κάθε γωνιά της Κρήτης.

Πολλοί πιστοί αφιέρωναν μέρος της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους στη μονή, με αποτέλεσμα να ολοκληρωθεί η πλήρης επισκευή του ναού που είχε ξεκινήσει το 1865 και να χτιστούν νέα βοηθητικά οικήματα στις εκτάσεις γύρω από το ναό που εξαγοράστηκαν από τους Οθωμανούς.
Η φήμη της μονής ξεπέρασε σύντομα τα σύνορα της Κρήτης, γεγονός που καταγράφει και ο λογοτέχνης Ιωάννης Κονδυλάκης από τη Βιάννο στα τέλη του 19ου αι.