φενεος

Ιησούς Σινά

Εγώ πατήρ, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφεύς, εγώ ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος, παν όπερ αν θέλεις εγώ. Μηδενός εν χρεία καταστείς. Εγώ δουλεύσω.
Ήλθον γαρ διακονήσαι, ου διακονηθήναι. Εγώ και φίλος και ξένος και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μήτηρ. Πάντα εγώ.
Μόνον οικείως έχε προς εμέ. Εγώ πένης δια σέ και αλήτης δια σέ, επι σταυρού δια σέ, άνω υπέρ σου εντυγχάνω τω Πατρί κάτω υπέρ σου πρεσβευτής παραγέγονα παρά του Πατρός.
Πάντα μοι σύ και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος.

Τι πλέον θέλεις;

Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

ΠΑΠΑ ΤΥΧΩΝ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ ΒΙΟΣ 2ος ΥΠΟ ΦΙΛΟΑΘΩΝΙΤΟΥ Χ.


ΠΑΠΑ ΤΥΧΩΝ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ ΒΙΟΣ 2ος 

                     ΥΠΟ ΦΙΛΟΑΘΩΝΙΤΟΥ Χ.

             ( + Νικολάου Σελέντη μητροπολίτου Χαλκίδος)



Ο ΠΑΠΑ-ΤΥΧΩΝ

Ἕνα λουλούδι ἀπὸ τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας Священник Тихон Афон

(Φιλοαθωνίτου Χ., ἔκδοσις Ἱ. Μ. Ὁσ. Δαβὶδ Εὐβοίας, 1972) 

  



Α) Ο ΠΑΠΑ-ΤΥΧΩΝ

Ἀξίζει νὰ κάνει κανεὶς ἕστω καὶ ἕνα ὁλιγοήμερο ταξίδι στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας καθηλώνει τὸν προσκυνητή. Ἡ φυσική του ὁμορφιά, οἱ θησαυροί του, μὰ κυρίως οἱ κρυμμένοι μαργαρῖτές του, οἱ ψυχές, ἀφήνουν ἀνεξίτηλα σημάδια στὸν ὁδοιπόρο τοῦ Ἄθωνος

Ἐκεῖ ἠμπορεῖ νὰ ψάξῃ κανεὶς καὶ νὰ βρῇ μερικοὺς ἀετοὺς κρυμμένους στὴν φωλιά τους. Ἡ καρδία τους «κῆπος κεκλεισμένος λίθοις τιμίοις». Δὲν ὁμιλοῦν πολύ. Ὅσοι ὅμως εἶναι κουρασμένοι ἀπὸ τὴν ἀλμύρα τοῦ κόσμου ἀκαταστασίᾳ, καὶ μὲ τὶς πέντε κουβέντες ποὺ ἀκοῦνε, αἰσθάνονται κάτι ποὺ δὲν τολμᾷ κανεὶς νὰ τὸ ἐκφράσῃ. Εἰς αὐτοὺς ποὺ ζοῦν ἀκόμη καὶ οἱ ὁποῖοι «ὥσπερ λαμπτῆρές εἰσιν ἀφ’ ὑψηλοῦ τοῖς πόῤῥωθεν ἐπιβαίνουσιν φαίνοντες, ἐπὶ λιμένας καθήμενοι καὶ πρὸς γαλήνην τὴν αὐτῶν ἅπαντας ἕλκοντας, οὐκ ἑῶντες γενέσθαι ναυάγια τοῖς αὐτοὺς ὁρῶσιν, οὐκ ἑῶντες ἐν σκότῳ διάγειν τοὺς ἐκεῖ βλέποντας» (Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος), δὲν θὰ ἔλεγε ὁ σύγχρονος ἐπισκέπτης τίποτε γιὰ νὰ μὴν προσκρούσῃ στὴν ταπεινοφροσύνην τους. Πρέπει ὅμως νὰ λεχθῇ πολὺ ἁπλᾶ, ὅπως μοῦ τὴν εἶπαν, ἡ ζωὴ ἑνὸς πνευματικοῦ ἀστέρος τοῦ Ἄθωνος, τοῦ παπα-Τύχωνα. Πιστεύομε πὼς θὰ οἰκοδομήσῃ τὶς σύγχρονες ψυχές.






Β) ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ

Ὁ Τιμόθεος Γολεγκώφ, ἔτσι ἦτο τὸ πρῶτο ὄνομα τοῦ παπα-Τύχωνα, ἐγεννήθη στὴν Ἁγία Ῥωσσία τὸ 1884, στὸ χωριὸ Νόβια Μιχαήλοσκα. Οἱ γονεῖς του, Παῦλος καὶ Ἑλένη, ἀναθρεμμένοι στὴν βόρεια ἐκείνη ἐπαρχία μὲ τὰ γνήσια νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐφύτεψαν στὸ παιδί τους ἀπὸ πολὺ ἐνωρὶς τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ἀπὸ τὰ δεκαοχτώ του χρόνια, ὁ νεαρὸς Ῥῶσσος, ἠσθάνθη μέσα του τὴν μοναχικὴ κλῆσι. Ἐπίστεψε βαθειὰ ὅτι «καύχημα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μοναχικὴ πολιτεία» (Ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος) καὶ ὅτι: «φῶς μὲν μοναχοῖς, ἄγγελοι· φῶς δὲ πάντων ἀνθρώπων, μοναχικὴ πολιτεία» (Ὅσιος Ἰωάννης Κλίμακος).

Ἔτσι, ἐπῆρε τὸν δρόμο ποὺ φέρνει στὰ Μοναστήρια. Ἐγύρισε πάρα πολλὰ στὴν πατρίδα του (σὲ διακόσια τὰ ἀνέβαζε), ἔπειτα ἔφθασε μέχρι τὸ Σινὰ καὶ τὴν Παλαιστίνη. Ἔζησε ἀρκετὸ διάστημα στὶς περιοχὲς αὐτές, μὰ τὸν ἐτραβοῦσε τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἀξίζει νὰ ὑπογραμμισθῇ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ αὐτή, ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν παρθενικὴ ζωὴ καὶ οἱ σκληρὲς μάχες ποὺ ἔδινε ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, ὅταν τοῦ ἔστηνε παγῖδες. Διηγεῖτο ὁ ἴδιος στὰ βαθειά του γεράματα, κάποιο ἐπεισόδιο ποὺ συνέβη στὰ Ἱεροσόλυμα. Ὁ σατανᾶς ἤθελε νὰ χαλάσῃ τὰ ἅγια σχέδιά του καὶ ἀφοῦ δὲν κατάφερε μόνος του νὰ κάνῃ τίποτε, ἐζήτησε τὴν συμμαχίαν διεστραμμένων γυναικῶν. Ἐπαρουσιάσθησαν τότε κάτι ῥώσιδες καὶ τοῦ εἶπαν: -Ἀφοῦ θὰ πᾶς στὸ Ἅγιο Ὄρος, θέλουμε νὰ σοῦ δώσουμε κάτι ὀνόματα νὰ μᾶς μνημονεύῃς· μπορεῖτε νὰ περάσετε ἀπὸ τὸ σπίτι μας; Ἄκακο ἀρνίο ὁ νεαρὸς Ῥώσσος καθὼς ἦτο, δὲν ἐπονηρεύθη τίποτε. Ἐπέρασε καὶ εὑρέθη ἐμπρὸς σὲ σχεδιασμένη πλεκτάνη. Καὶ σὰν ἄλλος Ἰωσὴφ Πάγκαλος, διεφύλαξε τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμά του καθαρὰ ἀπὸ κάθε μολυσμὸ «μὴ ποιήσας τὸ πονηρὸν ἔναντι τοῦ Κυρίου». Ἔτσι κατέληξε στὸν Ἄθωνα.

Ἑξῆντα ὁλόκληρα χρόνια ἀσκήτεψε στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας. –Εὐχαριστῶ τοὺς Ἕλληνας γιὰ τὴν φιλοξενία, ἔλεγε ὁ Γέροντας στὰ ὑστερνά του.

Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τὴν Παναγία μας, ἦτο τεραστία. Ἀπέδιδε στὴν προστασία της πολλὰ δῶρα τῆς ζωῆς του. Δὲ ἠμποροῦσε δὲ νὰ λησμονήσῃ μιὰ τιμητικὴ θεία ἀποκάλυψη, ποὺ τοῦ εἶχε κάνει ἡ Θεοτόκος στὰ δεκαεννέα του χρόνια. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔγινε ἀφορμὴ νὰ τὸ μάθουμε, ὅταν ἕνας νεαρὸς καλόγηρος, τοῦ ἔδειχνε ἕνα βιβλίο ποὺ μέσα εἶχε ὅλες τὶς ἅγιες εἰκόνες τῆς Θεοτόκου ποὺ τιμᾷ ὁ Ῥωσικὸς λαός. Στάθηκε ὁ Γέρων συγκινημένος στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Κρεμλίνου. Ἐζήτησαν ἐξηγήσεις οἱ λίγοι μαθηταί του καὶ τότε ὁ παπα-Τύχων, μὲ σπασμένα ἑλληνικά, τοὺς εἶπε:

-Ἐγὼ ἤμουνα ἔξω φοῦρνο καὶ ἔβλεπα ψωμὶ ἄσπρο ἀπὸ βιτρίνα. Ἐγὼ ὅμως λεπτὰ δὲν εἶχα ἀγοράσει ψωμὶ ἄσπρο. Ἔτρωγα μόνο μαῦρο. Φτωχὸ παιδὶ Τιμόθεος. Τότε βγαίνει ἐμπρός μου βασίλισσα Κυρία καὶ δίνει ἐμὲ ψωμὶ ἄσπρο. Τὰ ἔχασα. Χάνω Κυρία. Μπαίνω μέσα φοῦρνο καὶ λέω ψωμά: ποῦ Κυρία βασίλισσα, ποὺ ἔδωσε ἐμένα ψωμὶ ἄσπρο; Φύγε, δὲν ξέρω ἐγὼ ἐδῶ Κυρία βασίλισσα, μοῦ λέει... Νὰ αὐτὴ ἐδῶ ἦταν. Ἡ Παναγία Κρεμλίνου.

Καὶ ἔκλεισε μὲ δάκρυα ἡ ἱστορία αὐτή. Ἔτσι ὁ νεαρὸς Τιμόθεος, εἶχε τὴν ἰδιαιτέρα εὔνοια τοῦ Θεοῦ νὰ δεχθῇ τὴν ἐπίσκεψη Ἐκείνης ποὺ ἐγέννησε τὸν θεῖον Στάχυν καὶ νὰ πάρῃ ἀπὸ τὰ χέρια της τὸ ψωμὶ ποὺ ἔτρεφε τὴν σάρκα, ἀφοῦ τὸν ζῶντα Ἄρτον τὸν ἐλάμβανε τακτικὰ μὲ ἱερὴ κατάνυξη.



Γ) ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΗΣ ΚΑΨΑΛΑΣ

Σὲ μία δασωμένη περιοχὴ τῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, εἶναι ἡ ἔρημος τῆς Καψάλας. Τὸ ὄνομά της μαρτυρεῖ μιὰ παλιὰ πυρκαγιά, ποὺ κατέστρεψε τὸ παλιὸ καὶ μεγάλο δάσος. Σήμερα ὅμως καὶ πάλι ἡ περιοχὴ ἔχει πολλὰ δένδρα. Συνορεύει μὲ τὰ Μοναστήρια τοῦ Σταυρονικήτα καὶ Ἰβήρων καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, μὲ τὴν περιοχὴ τῶν Καρυῶν, ποὺ εἶναι ἡ πρωτεύουσα τῆς εὐλογημένης αὐτῆς περιοχῆς. Τὸ Αἰγαῖον Πέλαγος ἐκτείνεται πρὸς ἀνατολὰς καὶ σὲ κάνει νὰ θυμηθῇς τὴν ἀπεραντοσύνη τῆς θεϊκῆς ἀγάπης, ὁ δὲ Ἄθωνας, καθὼς ὑψώνεται μεγαλοπρεπὴς πρὸς τὸν νότο, σοῦ φέρνει στὸν νοῦ «τὴν τῆς προσευχῆς ἀκροτάτη κατάστασιν» (Ὅσιος Μάξιμος Ὁμολογητῆς). Σὲ αὐτὸ τὸ μέγος, λίγο λοξὰ ἀπὸ τὸν μεγάλο δρόμο ποὺ ἑνώνει τὸ Μοναστήρι τοῦ Σταυρονικήτα καὶ τὶς Καρυές, ἔζησε καὶ ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ, ὁ παπα-Τύχων.

Ἀφοῦ περάσει ὁ ὁδοιπόρος δύο μικρὲς βουνοπλαγιές, θὰ βρεθῇ ἐμπρὸς σὲ ἕνα σπιτάκι μὲ λίγα μέτρα χῶμα τριγύρω. Ἐπηδήσαμε τὸν φράχτη καὶ ἐκατηφορήσαμε στὸ μικρὸ μονοπάτι. Μᾶς ὑπεδέχθη μὲ πολλὴ καλοσύνη, ὁ ὑποτακτικὸς τοῦ παπα-Τύχωνα, ὁ Γέρων Παΐσιος. Ἐδῶ, δὲν μπορεῖς παρὰ νὰ σκεφθῇς τὰ λόγια τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου «διέλετε δέ μου τὰ ἐνδύματα· καὶ Ἀθανασίῳ μὲν τῷ ἐπισκόπῳ δότε τὴν μίαν μηλωτὴν καὶ ὃ ὑπεστρωννυόμην ἱμάτιον, ὅπερ αὐτός μεν μοὶ καινὸν δέδωκε, παρ’ ἐμοὶ δὲ πεπαλαίωται καὶ Σεραπίωνι δὲ τῷ ἐπισκόπῳ δότε τὴν ἑτέραν μηλωτήν· καὶ ὑμεῖς ἔχετε τὸ τρίχινον ἔνδυμα». Ἡ ἁγία φτώχεια βασιλεύει ἐδῶ!  Ὁ π. Τύχων ἦτο χωρὶς ἀργύριον καὶ χρυσίον ὅπως οἱ προκάτοχοί του «μὴ εἰδότες ποτὲ τοιαῦτα». Ἐγνώριζε ὅτι «μοναχὸς πολυκτήμων, πλοῖον πεφορτισμένον, εὐχερῶς ἐν ζάλῃ καταδυόμενον». Ἔτσι, ἀνεδείχθη «ἀετὸς ὑψιπέτης, κοῦφος δρομεὺς ταχέως φθάνων ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως» (Ὅσιος Νεῖλος ὁ ἀσκητής).

Οἱ λιγοστὲς σανίδες ποὺ ἐχρησίμευαν γιὰ κρεβάτι καὶ κάθισμα, τὰ τριμμένα στρωσίδια ποὺ σκεπάζουν ἀκόμη τὰ δύο σκαμνάκια μαζὶ μὲ τὰ μετρημένα μαγερικὰ σκεύη, ἀποτελοῦσαν τὰ πλούτη του. Τὰ ῥάσα του χιλιομπαλωμένα, ὅπως δείχνει κάποια φωτογραφία καὶ ὁ καλογερικός του σκοῦφος ἦτον καὶ αὐτὸς τριμμένος. Πῶς νὰ ἔχῃ πράγματα καὶ χρήματα, ἀφοῦ «τοῦτο παντελῶς ἀπηγόρευται παρὰ τοῖς θείοις πατράσι καὶ τῷ μεγάλῳ Βασιλείῳ», σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴν τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου. Μιὰ φωλιὰ μέσα στὸ δάσος τὸ ἐρημητήριο τοῦ παπα-Τύχωνα. Ὁ μεσημεριάτικος ἥλιος, καθὼς πέφτει ἐπάνω στὸν τσίγκο τῆς στέγης, ἀλλοιώνει τὴν ὄψη τοῦ κελλιοῦ. Ἀκτινοβολεῖ ὁλόκληρο, ὅπως ἀκτινοβολούσε ἡ φτωχὴ καὶ ταπεινὴ καρδιὰ τοῦ παπα-Τύχωνα ποὺ εἶχε μέσα της τὸν Κύριο. Καὶ ὅποιος ἔχει τέτοιο θησαυρό, εἶναι ποτὲ πτωχός; «Εἴπατέ μοι ὦ μάταιοι, εἰ ἐπίστασθε τοῦτο. Τίς τὸν Χριστὸν κτησάμενος, ἑτέρου πλέον χρήζει; Τίνος ἄρα τῶν ἀγαθῶν τοῦ παρόντος αἰῶνος;» (Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος)

Ἐσκύψαμε καὶ ἐπεράσαμε τὴν μικρὴ πορτούλα. Ἕνας διάδρομος τριῶν μέτρων περίπου, μᾶς ὡδήγησε στὸ μικρὸ ἐκκλησάκι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὅπου ὁ Ἅγιος ἐκεῖνος Γέρων συνομιλοῦσε μὲ τοὺς Ἁγίους καὶ τοὺς Ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ.





Δ) Ο ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ

Ὁ ὑποτακτικὸς τοῦ Γέροντος, ὁ π. Παΐσιος, μᾶς διηγήθηκε τὸ ἑξῆς:

Ὁ παπα- Τύχωνας, ὅταν λειτουργοῦσε, δὲν ἤθελε ἄλλον μέσα σ’ αὐτὸ τὸ ἐκκλησάκι.. Ἄφηνε τὸν ὑποτακτικό του στὸν διάδρομο πολλὲς φορές. Ἡ θεία Λειτουργία γιὰ τὸν Γέροντα ἦταν ἕνα ἄνοιγμα τοῦ οὐρανοῦ. Σᾶν τὸν Παῦλο ἡρπάζετο καὶ σὰν τὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα συναναστρέφετο τοὺς Ἀγγέλους τοῦ Κυρίου. Ὅταν ἔμπαινε στὴν θεία Ἀναφορὰ καὶ ἄρχιζε νὰ διαβάζῃ τὴν εὐχή: Μετὰ τούτων καὶ ἡμεῖς τῶν μακαρίων Δυνάμεων, Δέσποτα Φιλάνθρωπε, βοῶμεν καὶ λέγομεν· Ἅγιος, Ἅγιος..., ὁ παπα- Τύχων ἔβλεπε τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφείμ. Τὸ περιεχόμενον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, πλῆρες δόξης, ἀρχίζει ἀπὸ ἐδῶ κάτω, ὅπως ξέρουμε. Ὁ παπα-Τύχων «ἀντεγωνίζετο μὲ τὰς οὐρανίας δυνάμεις εἰς τὸ ἀκατάπαυστον ἆσμα», ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν θεία καὶ οὐρανία ἀτμόσφαιρα ἐπερνοῦσε καμία ὥρα περίπου, ὁπότε συνήρχετο ἀπὸ τὸ ὅραμα, ἔβλεπε τὰ κεριὰ ἀναμμένα ἐμπρός τους, τὸ ἅγιο ἀντιμήνσιο ἁπλωμένο στὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ ἔσπευδε νὰ τελειώσῃ τὴν Θεία Λειτουργία. Χαρακτηριστικὰ ἔλεγε ὁ Γέροντας: -Ἐγὼ λειτουργήσει, Ἀρχάγγελος ἐδῶ, Σεραφεὶμ ἐκεῖ, φύλακα Ἄγγελος πιὸ ἐκεῖ. Πώ, πώ, πω, παπα-Τύχωνας λειτουργεῖ!  Ὄχι παραγυιό, γρήγορα-γρήγορα χερουβικὰ τελειώσει. Νοῦς πάει Ἁγία Τριάδα

Ἐδῶ ἔχουμε τὸν μεθυσμένο ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὸν ἱερουργὸν ποὺ μεθίσταται σὲ ἄλλους κόσμους καὶ ἠμπορεῖ νὰ λέγει ὅτι τὸν σηκώνει ὁ Δεσπότης Χριστὸς καὶ τὸν ἐξάγει «τοῦ τε χώρου τοῦ τε ζόφου καὶ εἰσάγει εἰς ἄλλον, εἴτε κόσμον ἢ ἀέρα.. καὶ πρὸς φῶς εἰσάγει» (Ὅσιος Συμεὼν Νέος θεολόγος)

Πόση ἀνάγκη ἔχει ὁ σύγχρονος κληρικὸς ἀπὸ κάτι τέτοια οὐράνια μαθήματα. Νά!, ἐδῶ ἔχομε ἕνα πρότυπον ἱερατικὸν φροντιστήριον. Ζοῦσε ὁ παπα-Τύχων μὲ τὴν Θεία Λειτουργία. Τόσον τὴν ἀγαποῦσε, ὥστε ὄνειρό του ἦτο νὰ κάνῃ μία λειτουργία στὸν Παράδεισο. Ἔτσι, ἔλεγε συχνά: -Ἐὰν ὁ Θεὸς ἐλεήσει, ἐγὼ λειτουργήσει ἐπάνω. Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του εἶχε τόση βεβαιότητα γιὰ αὐτό, ὥστε τὴν ὑποθετικὴ πρόταση τὴν μετέτρεψε σὲ ὁριστικὴ καὶ ἔλεγε: -Θὰ ἐλεήσῃ ὁ Θεὸς καὶ ἐγὼ λειτουργήσει ἐπάνω, σὺ (ὑποτακτικέ μου) λειτουργήσει ἐδῶ. Καὶ μὲ μία παιδικὴ καρδιὰ ποὺ ζοῦσε ἀπὸ τώρα τὴν αἰωνιότητα, προσέθετε: -Χριστὸς ἐκεῖ λειτουργήσει πρῶτος, δεύτερος Γρηγόριος, τρίτος Χρυσόστομος, τέταρτος ἐγὼ λειτουργήσει.

Παρακαλοῦσε στὸ τέλος του τὸν ὑποτακτικό του νὰ μείνῃ στὸ φτωχὸ κελλί του, στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Τὸν ἐβεβαίωνε δὲ ὅτι θὰ ἔρχεται μία φορὰ τὸν χρόνο νὰ λειτουργῇ καὶ αὐτὸς στὸ ἴδιο θυσιαστήριο: -Ἐγὼ θὰ ἔρχομαι μία φορὰ τὸν χρόνο λειτουργήσει ἐδῶ. Σὺ κάνει ὑπακοὴ μένει ἐδῶ. Ὁ παπα-Τύχων ἦτον ὁ ἄνθρωπος τοῦ «Ἅγιος, Ἅγιος». Ἔμβλημά του «ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω». Ἔτσι ἐξηγεῖται ὅτι ὅσες φορὲς τοῦ χτυποῦσε κανεὶς τὴν πόρτα, ὁποιαδήποτε ὥρα τοῦ 24ώρου ἀμέσως ἀπαντοῦσε, χωρὶς χρονοτριβή: -Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν. Ὁ παπα-Τύχων ἦταν πάντα ξύπνιος καὶ ὅταν κοιμόταν, λαγοκοιμόταν ποὺ λέει ὁ λαός. Ἡ δεομένη τῶν κατακομβῶν εἰκονίζει τὴν μόνην καὶ ἀληθινὴν στάσιν τῆς ψυχῆς τοῦ Γέροντος. Καὶ ὅταν τὸ σῶμά του ἐκάθευδε, ἡ καρδία του ἀγρυπνοῦσε. Αὐτὸν δὲν τὸν εὕρισκε ὁ ἐχθρὸς νὰ κάνῃ ποτὲ κάτι ἔξω ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμά του.

Δὲν ἔκανε προσευχὴ μόνο μὲ τὸ μεγάλο του κομποσχοίνι ποὺ σήμερα κρέμεται ἐπάνω στὸν σταυρὸ τοῦ μνήματός του, ἦταν ὁ ἴδιος μιὰ ἐνσαρκωμένη προσευχή!

Καὶ τὸ χαμόγελο τοῦ παπα-Τύχωνα ἦταν καὶ αὐτὸ μιὰ προσευχή, ἕνα τραγοῦδι λατρείας. Ὅταν τοῦ ἔλεγαν: -Παπα-Τύχωνα, ἔχεις ὥραια γενειάδα, καὶ εἶχε μιὰ πλούσια κάτασπρη γενειάδα, ποὺ σὰν καταῤῥάκτης ξεχυνόταν πρὸς τὰ κάτω, ὁ Γέροντας μὲ χαμόγελο ἔλεγε: -Ὁ Κύριος ἔδωκε.

Ἡ πιὸ συχνὴ καὶ μεγάλη μαρτυρία τῆς πίστεως τοῦ Γέροντος, ἦτο ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ: -Δόξα Σοι ὁ Θεός, δόξα Σοι ὁ Θεός, κάθε τόσο ἔλεγε μὲ τὴν βαρειὰ φωνή του. Καὶ πρόσθετε: -Πάντα λέει δόξα Σοι ὁ Θεός· ὄχι μόνο στὰ καλά, αὐτὸ κόσμος λέει, ὄχι μοναχός. Καὶ στὰ κακά: Δόξα Σοι ὁ Θεός. Λέει αὐτὸ καὶ Ἅγιος Γιάννης Χρυσόστομος. Πώ, πώ, πώ, μεγάλος Ἅγιος!



Ε) Ο ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ

Ἐδίδασκε ὁ παπα-Τύχων μὲ τὴν ἁγιασμένην ζωήν του. Ἡ ἁπλότητά του καὶ ἡ βαθειά του ταπεινοφροσύνη μιλοῦσαν τόσο φανερά. Μιλοῦσε καὶ δίδασκε καὶ μὲ κλειστὸ τὸ στόμα, ὅταν ὅμως ἄρχιζε νὰ διδάσκῃ, νὰ λέῃ τὶς συμβουλές του ὁ Γέροντας καθισμένος στὴν ῥίζα τῆς μικρῆς ἐλιᾶς, δίπλα στὸν τάφο του ἢ στὴν σκληρὴ σανίδα τοῦ κρεββατιοῦ του, τότε ἡ ψυχὴ τοῦ μαθητοῦ ἐγοητεύετο. Τὸ πρῶτο ποὺ σοῦ ἐδίδασκε ἦτο ὅτι πάντα ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ξεκινᾷς. Ἔτσι, μόλις ἔφθανες στὸ κελλί του, σὲ ὁδηγοῦσε στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἐκεῖ ἔψαλλε τό: Ἄξιόν Ἐστιν, καὶ τό: Σῶσον Κύριε τὸν λαόν Σου. Σὲ ἔβαζε νὰ κάνῃς τρεῖς μετάνοιες στὸ μεγάλο Σταυρὸ ποὺ εἶχε σὲ κεντρικὴ θέση ἐκεῖ μέσα καὶ προσέθετε: -Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλεήσεις τὸν δοῦλόν Σου. Ἀκολουθοῦσε τὸ κέρασμα καὶ μὲ πολὺ ἁπλότητα ἤρχοντο οἱ συμβουλὲς ὅταν τὸν ἐρωτοῦσες. Ἔδιδε πολὺ βαρύτητα στὴν ταπεινοφροσύνην. Αὐτὸς ποὺ εἶχε «ὑψηλὸν βίον» (Ἅγιος Νεῖλος), εἶχε ταπεινὸν φρόνημα καὶ αὐτὸ ἐπιθυμοῦσε νὰ μεταδώσῃ. Σὰν «ἐραστής» ἐδίωκε τὴν ὑψοποιὸ ταπείνωση, γιατὶ ἐγνώριζε ὅτι αὐτὴ «στολὴ θεότητός ἐστιν» (Ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος)

Ἔλεγε λοιπὸν ἁπλᾶ ὁ παπα-Τύχωνας: -Κάθε πρωΐ, ὁ Θεὸς εὐλογεῖ ὅλο κόσμο μὲ ἕνα χέρι. Βλέπει ταπεινό! Εὐλογεῖ μὲ δύο χέρια. Πά, πά, πά. Ταπεινὸ ἄνθρωπο, ἀξίζει πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅλο κόσμο! Καὶ διὰ νὰ δείξῃ πὼς ἡ παρθενία μόνη δὲ σώζει χωρὶς τὴν πλουτοποιὸ ταπείνωση καὶ πὼς ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὴν σύναξη τῶν ταπεινῶν, σὰν τὴν σύναξη τῶν Σεραφείμ (Ὅσιος Ἰσαάκ), ἔλεγε: -Γιόμισε κόλασις παρθένοι ὑπερήφανοι, ὅταν ἐγὼ παρθένο μόνο, πάει κόλαση. Ἄλλο λέει, ἐγὼ παρθένος. Μὰ κόλαση γεμάτη παρθένος ποὺ ἐγὼ ἔχουν. Ἄμα ἐγὼ ταπεινὸς καὶ λέω: ἐλέησόν με ὁ Θεός, τότε Κύριος πιάνει με ἀπὸ χέρι καὶ λέει Κύριος: Ἔλα παιδί μου, ἐδῶ μέσα παράδεισο.

Κάποτε, μία ὁμάδα νεαρῶν δοκίμων μοναχῶν εἶχαν πάει στὸ καλύβι τοῦ Γέροντα. Ἔρχεται ὁ παπα-Τύχων καὶ τοὺς λέει: -Ἅγια Πνεύματα (δὲν μποροῦσε νὰ εἰπῇ Ἅγιο Πνεῦμα), εἴπε μοι καλοὶ ἄνθρωποι αὐτοί, μὰ δὲν ξέρουν ἀλήθεια. Λέω ἐγὼ τώρα: Ἕτοιμοι γίνεσθε. Καὶ ἔκανε μία ἀνάπτυξη τοῦ χωρίου τόσο ὑπέροχη, ποὺ ἐδάκρυσαν τὰ καλογεροπαίδια

Διηγοῦνται, πὼς ὅταν τὸν ἐπεσκέφθη ὁ Ῥώσσος ἐπίσκοπος τοῦ Λένινγκραντ Νικόδημος καὶ ἐζήτησε νὰ τοῦ διαβάσῃ μία εὐχή, ὁ παπα-Τύχων ἐταράχθηκε, ἐδυσκολεύτηκε, μὰ στὸ τέλος ὑπήκουσε. Μετὰ ἔλεγε: -Μητροπολίτης ἐμένα νομίζει Ἅγιο. Νομίζει, νομίζει ὅμως..., καὶ ἄφηνε νὰ ὑπονοηθῇ ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι τίποτε ἀπὸ αὐτό. Πολὺ ἀγάπη ἔτρεφε ἡ ἁγία αὐτὴ ψυχὴ στὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἂν ἡ γλῶσσά του ἐδυσκολεύετο νὰ τὸ προφέρῃ, ἡ καρδία του πάντα γιὰ τὸν Παράκλητο μιλοῦσε: -Ἅγια Πνεύματα (Ἅγιο Πνεῦμα) βοηθῆστέ με, ἔλεγε κάθε τόσο. Καὶ ἐπεξηγοῦσε: -Λέω γιατὶ αὐτὸ νοικοκύρη. Χριστὸς ἄφησε αὐτὸ νοικοκύρη. Γιὰ αὐτὸ λέει παπᾶς ὅταν λειτουργήσει: Βασιλεῦ οὐράνιε παράκλητε... Μὲ τὴν προσευχὴ ἔρχεται μέσα στὴν καρδιὰ Χριστός, καὶ ὅπου Χριστὸς ὅλη Ἁγία Τριάδα παιδί μου. Πώ, πώ, πώ, ὅπου Χριστός, ἐκεῖ Πατέρας καὶ Ἅγιο Πνεῦμα.

 Ἐπέμενε πολὺ στὸ θέμα τῆς μελέτης. Στοὺς πιὸ μορφωμένους συνιστοῦσε Βασίλειο, Γρηγόριο, Χρυσόστομο, Συμεὼν Νέο Θεολόγο καὶ Ἅγιο Κύριλλο: -Ὅταν διαβάσει νοῦς καθαρίσει. Γιὰ τὴν ἐργασία ἔλεγε τὰ ἑξῆς: -Ὄχι πολλὴ δουλειὰ οἱ μοναχοί. Κοσμικοὶ αὐτό. Φαραώ, πολλὴ δουλειὰ ἔλεγε Ἑβραίους, νὰ ξεχνᾶτε Θεό. Σὺ μοναχός, δουλειὰ μιὰ ὥρα στοπ. Εὐλογητὸς ὁ Θεός!  Κύριε ἐλέησον! Προσευχὴ κάνει. Μετὰ δουλειά. Σὲ μία ὥρα πάλι: Εὐλογητὸς ὁ Θεός!  Ἀπὸ τὸ θέμα τῆς ὑπακοῆς, γιὰ τὸ ὁποῖο ἔλεγε συχνά, χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ ἑξῆς: -Ἐρημίτης δὲν πάει πολὺ γιατρό. Πάει ὅμως. Ὑπακοὴ κάνει γιατρό.

Τὸν συνέπαιρνε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ: -Ἀγάπη αἰώνια... πώ, πώ, πώ, αἰώνια ἀγάπη, ἔλεγε ὁ Γέροντας συγκινημένος, ἐνῶ δάκρυα ἔτρεχαν στὶς ξηραμένες ἀπὸ τὴν ἄσκηση παρειές του.



ΣΤ) ΜΙΑ ΠΑΙΔΙΚΗ ΨΥΧΗ

Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἕνα κομμάτι στὸν κόσμο, αὐτὸ ποὺ θυμίζει Ἐδέμ, εἶναι τὰ παιδιά. Οἱ γεμᾶτες ἐμπιστοσύνη καὶ ἀφέλεια κινήσεις τους, ἡ ἁπλότητα καὶ ἡ διαφάνειά τους, μᾶς θυμίζουν παραδεισένια αὔρα καὶ κόσμο ἀγγελικό. Μὰ γιατὶ ὁ Κύριος εἶπε πῶς καὶ οἱ μεγάλοι πρέπει νὰ γίνουν σὰν τὰ παιδιά. Γιατὶ μόνο σὲ αὐτὰ καὶ σὲ ὅσους μοιάζουν μὲ παιδιὰ στὴν καρδιά, ἀνήκει ἡ Βασιλεία Του. Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατόν, παρὰ καὶ ὁ παπα-Τύχω νὰ ἀγωνισθῇ νὰ γίνῃ ὡς τὰ παιδία. Πολλὰ εἶναι τὰ περιστατικὰ ποὺ δείχνουν αὐτὴν τὴν ἀλήθεια.

Μία φορά, ἐπῆγαν στὸ κελλί του μερικοὶ μοναχοὶ γιὰ νὰ τὸν ἰδοῦν. Ὁ Γέροντας, χαρούμενος τοὺς δέχτηκε καὶ ἀφοῦ ἔγινε τὸ συνηθισμένο τυπικὸ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πρῶτα προσεκύνησαν στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν σχετικὴ ψαλμωδία, ὕστερα, ἠθέλησε νὰ τοὺς φιλέψῃ κάτι. Δὲν εἶχε ποτηράκια, οὔτε καὶ ποτῆρι. Εἶχε ὅμως ἕνα καθαρὸ τενεκεδάκι. Ἔβαλε λοιπὸν μέσα λίγο ποτὸ καὶ ὑψώνοντας τὸ τενεκεδάκι μὲ τὸ χέρι του, τοὺς λέει: -Εὐλογεῖτε. Μετὰ τὸ συνηθισμένο αὐτὸ ἁγιορείτικο χαιρετισμό, προσθέτει: -Ὲγὼ πρῶτος πίνει, σὺ ὕστερα καὶ ἄλλος ὕστερα. Ἔτσι, τὸ τενεκεδάκι ἐπέρασε ἀπὸ χέρι σὲ χέρι καὶ ἀπὸ στόμα σὲ στόμα

Ἐντύπωση προκαλοῦσε στοὺς ἐπισκέπτας ἡ ὅλη ἐμφάνιση τοῦ ἐρημίτου τῆς Καψάλας. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς εἶχαν μαζί τους καὶ φωτογραφικὲς μηχανές. Ἐπόμενο ἦτο νὰ θέλουν μία τέτοια μορφή, σκαμμένη ἀπὸ τὴν χρόνια ἄσκηση, νὰ τὴν ἀποθανατήσουν. Ὁ παπα-Τύχων δὲν ἠρνεῖτο. Δὲν ἤθελε νὰ τοὺς πικράνῃ. Μόνο τοὺς καθυστεροῦσε λίγο: -Κάτσε, περίμενε, ἔλεγε καὶ ἐπήγαινε μέσα στὸ κελλί. Ἔβαζε τὸ μεγάλο καὶ ἀγγελικὸ σχῆμα, μετὰ κατέβαζε τὰ μάτια του καὶ ἐπερίμενε σὰν παιδί, κρατώντας στὰ χέρια τὸ σημάδι τῆς ἐσταυρωμένης ἀγάπης, τὸν Τίμιο Σταυρό. Ἡ ἄσπρη γενειάδα, ποὺ τὶς ἄλλες ὥρες ἦταν δεμένη κόμπο καὶ ἔμπαινε μέσα στὸν κόρφο του, ἐκείνη τὴν στιγμὴ ξεχυνόταν πρὸς τὰ κάτω, ἀδοῦ καὶ αὐτὴν ὁ Θεὸς ἔδωσε, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια του.





Ζ) ΤΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΗΜΙΤΟΥ

Ὅσοι μὲ τοὺς πολλοὺς κόπους καὶ τοὺς σκληροῦς ἀγῶνες, αὐξάνονται πνευματικὰ καὶ προκόπτουν ψυχικά, αὐτοὶ ἀξιώνονται μεγάλης τιμῆς καὶ χαρισμάτων. Καὶ ὁ μακάριος παπα-Τύχων, ἀφοῦ ἀξιώθηκε νὰ γίνῃ τέκνον Θεοῦ καὶ νὰ ἀναγεννηθῇ ἄνωθεν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, καὶ νὰ ἔχῃ τὸν Χριστὸν μέσα στὴν ἁγιασμένη του καρδιά, ἀξιώθηκε καὶ τῆς μεγάλης τιμῆς νὰ σκηνώσῃ ἡ χάρις τοῦ Κυρίου μέσα στὴν ψυχή του.

«Ἂν καὶ τὰ ἐνεργήματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μεγάλων μέτρων εἰσὶ τῶν ἐγγὺς τῆς τελειότητος ὄντων» κατὰ τὸν Ὅσιον Μακάριον τὸν Αἰγύπτιον, ἐν τούτοις καὶ ὁ ταπεινὸς παπα-Τύχων εἶχε κάτι ἀπὸ αὐτὰ τὰ δῶρα.

Ἔτσι, ὅτα κάποιος νεαρὸς θεολόγος τὸν ἐπεσκέφθη καὶ τοῦ εἶπε ὅτι εἶχε πάει στὸ Ὄρος γιὰ νὰ γίνῃ μοναχὸς καὶ νὰ διακόψει κάθε ἐπαφὴν μὲ τὸν πολυτάραχο κόσμο, ὁ Γέροντας τὸν διεβεβαίωσε ὅτι δὲν πρόκειται νὰ μείνῃ στὸ Μοναστήρι. Καὶ πράγματι, μέσα σὲ λίγους μῆνες ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἐγύρισε στὴν ὄζουσαν τοῦ κόσμου θάλασσαν.

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως, ποὺ ἡ ἡσυχία τῆς ἐρήμου ἐγέννησεν, ὁ παπα-Τύχων εἶχε καὶ τὸ χάρισμα τῆς συναναστροφῆς μὲ τὰ ἀγρίμια. Βεβαίως, στὸ Ὄρος, ἄγρια ζῶα δὲν ὑπάρχουν γιὰ νὰ συναγελάζεται θηρίοις ὁ ἐρημίτης. Εἶχε ὅμως τὰ ἄλλα, τὰ μικρότερα ζῶα τοῦ δρυμοῦ «οἷς ἀεὶ προσετέρπετο» (Ἀββᾶς Παλλάδιος), ὅπως τόσοι ἀββᾶδες τῆς Θηβαΐδος. Μᾶς ἔλεγαν λοιπόν, ὅτι κάποτε, ποὺ εἶδαν ἕνα μικρὸ ποντίκι νὰ τρέχῃ μέσα στὸ ἡσυχαστήριο, τοῦ ἐπρότειναν μερικοὶ μοναχοί, νὰ πάρῃ καμία γάτα. Τότε, ὁ παπα-Τύχων ἀπήντησε: -Ὄχι γάτα. Ἔχω ἐγὼ ἄλλο γάτα, μιάμιση γάτα μεγάλο ἔρχεται. Ἄνθρωπο δὲν φοβᾶται. Τρώει ποντίκια, μετὰ φεύγει, πάει λάκκο μέσα στὸ δάσος. Ἀντελήφθησαν ὅτι κάποιο ἀγρίμι θὰ ἦτο στὴν μέση. Καὶ πράγματι, ὅταν ἐκοιμήθη ὁ ἀσκητής, ὁ ὑποτακτικός του εἶδε μία ἀλεποῦ ποὺ ἦλθε ἀπὸ τὸ δάσος, κατέβηκε τὰ λιγοστὰ σκαλιὰ τοῦ κελλιοῦ, ἔφθασε στὴν πόρτα, μετὰ ἐγύρισε, εἶδε τὸν ὑποτακτικὸ καὶ ἔφυγε κανὰ γιὰ τὸ δάσος.

Μεταξὺ τῶν ἄλλων χαρισμάτων τοῦ Γέροντος, ἦτο ὅτι «πολλοὺς μὲν λυπημένους παρεμυθεῖτο, ἄλλους δὲ μαχομένους διήλαττεν εἰς φιλίαν πᾶσιν ἐπιλέγειν μηδὲν τῶν ἐν τῷ κόσμῳ προκρίνειν τῆς εἰς Χριστὸν ἀγάπης» (Μέγας Ἀθανάσιος εἰς τὸν βίον τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου).

Ἰδιαιτέρως θέλομεν νὰ ὑπογραμμίσωμε τὸ χάρισμα τῆς μακαρίας καὶ εὐτυχισμένης ἐξόδου του ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ποὺ ἀξιώθηκε ὁ ἐρημίτης.



Η) ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Ἡ δύσις τοῦ ἡλίου εἶναι μία ἀπὸ τὶς ὡραιότερες στιγμὲς τῆς ἡμέρας. Τότε, ποὺ ὅπως γράφει ὁ ποιητής: «πίσω ἀπὸ μακρινὲς κορφές, ὁ ἥλιος βασιλεύει, καὶ τ’ οὐρανοῦ τὰ σύννεφα, χίλιες μορφὲς ἀλλάζουν, κόκκινες πράσινες ξανθιές, ὀλόχρυσες γαλάζιες, κι’ ἀνάμεσά τους σκάει λαμπρός, λαμπρὸς ὁ ἀποσπερίτης». Τότε ἡ ψυχή μας ἡρεμεῖ καὶ γαληνεύει. Ἔτσι ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τὴν δύση τῆς ζωῆς τῶν δικαίων. Αὐτοὶ δὲν φοβοῦνται, ἀντιθέτως μάλιστα χαίρουν καὶ περιμένουν τὸ μακάριο τέλος. Σύμφωνα μὲ τὴν σκέψη τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου «τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας αὐτοῦ μαθόντες καὶ ἀποδημίαν τὸ πρᾶγμα (δηλαδὴ τὸν θάνατον) εἶναι νομίζοντες, οὐκ ἂν εἴημεν δίκαιοι τρέμειν, ἀλλὰ καὶ χαίρειν καὶ ἐνθυμεῖσθαι, ὅτι τὸν ἐπίκηρον τοῦτον βίον ἀφέντες, ἐφ’ ἕτερον ἐρχόμεθα ἐμείνῳ πολλῇ καὶ λαμπρότερον καὶ τέλος οὐκ ἔχοντα». Ὁ μακάριος ἄνθρωπος τῆς Καψάλας ἔπαιζε μὲ τὸν θάνατον. Ἄνοιξε, δέκα μέτρα περίπου ἀπὸ τὸ κρεββάτι του, τὸν τάφο του. Τὸν ἄνοιξε ὁ ἴδιος. Τὸν ἔσκαψε μὲ τὰ χέρια του, καὶ καθὼς ἦταν ὁ σωρὸς τὸ χῶμα, στὴν ἄκρη ἐκεῖ εἶχε μπηγμένο τὸ φτυάρι. –Νά, ἔτσι ῥίξει χῶμα, ἔλεγε στὸν μοναχὸ ποὺ τὸν ἐπεσκέπτετο καὶ ἔκανε τὴν σχετικὴ κίνηση, ῥίχνοντας μία φτυαριὰ χῶμα μέσα στὸν τάφο του. Ἐφύτεψε καὶ ἕνα δεντρολίβανο στὴν ἄκρη. Συχνὰ ἔδινε ὁδηγίες γιὰ τὸ τὶ θὰ κάνουν στὴν ἔξοδό του: -Πεθαίνει παπα-Τύχων; Σιωπή! Κάνει κομποσχοίνι. Μετὰ λές: παπα-Τύχων πέθανε. Καὶ ἄλλοτε προσέθετο: -Μὴν ἀνοίξετε. Ἅγιο Ὄρος ἀνοίγει. Καλός, ὄχι καλὸς παπα-Τύχων. Θεός, Δευτέρα Παρουσία πεῖ καλός-ὄχι καλός.

Εἶχε ἑτοιμάσει ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ γράμματα ποὺ θὰ τὰ ἔστελναν μετὰ τὸν θάνατό του σὲ γνωστοὺς καὶ φίλους του. Ἀνάμεσα στοὺς παραλήπτες ἦταν ὁ Πατριάρχης Μόσχας Ἀλέξιος, μητροπολῖται καὶ ἱερομόναχοι γνωστοί του καὶ ἄλλοι. Ἔγραφε λοιπόν:

«Φίλος παπα-Τύχων, ἀπέθανε ἡμέρα.... (ἄφηνε κενόν), παρακαλῶ διάβασε μία εὐχή».

Πολλὲς φορὲς τὸν ἐρωτοῦσαν οἱ νεαροὶ μοναχοὶ τοῦ γειτονικοῦ Μοναστηριοῦ: -Θὰ κόψουμε ἐφέτος παπα-Τύχων ξύλα γιὰ τὸν χειμῶνα; -Θὰ κόψετε ἂν δὲν πεθάνῃ. Ἂν πεθάνῃ, δὲν θὰ κόψετε, ἔλεγε ὁ Γέρων. Κάποτε, ποὺ τοῦ ἔδωσαν ἕνα κλαρὶ βασιλικὸ γιὰ νὰ μυρίσῃ, ἀφοῦ ἀνέπνευσε τὴν εὐωδία του, ἔκανε ποικίλους μορφασμοὺς ποὺ ἔδειχναν τὴν ἱκανοποίησή του ἀπὸ τὸ ἄρωμα καὶ ἀμέσως ἐπρόσθετε: -Καλὸ βασιλικὸ αὐτό, μὰ καλύτερο Παράδεισος.

Στὸ τέλος πιὰ τῆς πορείας του ὁ Κύριος τοῦ ἀπεκάλυψε ὅτι ἐπρόκειτο νὰ τὸν παραλάβῃ. Ἐκάλεσε τότε τὸν ὑποτακτικό του Παΐσιο γιὰ νὰ εἶναι κοντά του. Ὅλον τὸν καιρὸ ἔμενε μόνος του καὶ μόνο σὰν ἐπισκέπται ἤρχοντο οἱ ἄλλοι μοναχοὶ στὸ κελλί του. Ἐκεῖνος τὸν ἐφρόντιζε μὲ πολλὴ στοργὴ καὶ ἀγάπη, σὰν πραγματικό του πατέρα τὸν ἔβλεπε. Τοῦ εἶχε προσφέρει τόσα πολλὰ στὴν πνευματική του ζωή. Ὁ Γέροντας, ἤθελε νὰ ἐκφράσῃ τὴν εὐγνωμοσύνη καὶ ἔλεγε μὲ δἀκρυα: -Γλυκὸ Παΐσιο. Μία ἡμέρα, λέει στὸν ὑποτακτικό του: -Παπα-Τύχων, ἂν θέλῃ Θεός, ζήσει μία ἑβδομάδα, δέκα ἡμέρες. Σὲ λίγες ἡμέρες, ὁ ὑποτακτικός του μπαίνῃ μέσα στὸ κελλάκι ποὺ ἦταν ὁ Γέρων καὶ τὸν εἶδε νὰ ψάχνῃ νὰ βρῇ κάποιον. Γύριζε δεξιά, ἀριστερά. Σὲ μία στιγμὴ ἐρωτᾶ: -Ποῦ εἶναι Παναγία, Ἅγιο Σέργιο, Ἅγιο Σεραφείμ; Πιάνει τὸ ῥάσο τοῦ ὑποτακτικοῦ καὶ τοῦ λέει: -Σύ, Ἅγιο Σέργιο; -Ὄχι Γέροντα, ἐγὼ Παΐσιος εἶμαι. Ἡσύχασε γιὰ λίγο ὁ ἀσκητής, μὰ ὁ Παΐσιος τὸν ἐρώτησε: -Γέροντα, τί σοῦ εἶπε ἡ Παναγία; Καὶ ἡ ἀπάντησις ἦταν ἡ ἑξῆς: -Εἶπε παπα-Τύχωνα, περάσει γιορτή της, πάρει! Καὶ πράγματι, ἀφοῦ πέρασε ἡ ἑορτὴ τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου, 8 Σεπτεμβρίου, σὲ δύο ἡμέρες, στὶς 10-9-1968, ἀφοῦ ἔλαβε τὸ ἐφόδιον τῆς ἀθανασίας, μετέλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἐξέφρασε τὴν εὐχαρίστησή του μὲ προσευχὴ καὶ μὲ λαμπερὸ πρόσωπο, ἔκανε τὸ σημεῖον τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ποὺ τόσο ἀγαποῦσε καὶ ἀνεπαύθη. Ἂν ἐζοῦσε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, θὰ ἠμπορούσε νὰ γράψῃ: «ὡς δὲ ἐπλήρωσε τὴν εὐχαριατίαν καὶ ἡ χεὶρ ἐπαχθεῖσα διὰ τῆς σφραγῖδος τῷ προσώπῳ τὸ πέρας τῆς εὐχῆς διεσήμανε, μέγα τι καὶ βύθιον ἀναπνεύσασα τῇ προσευχῇ τὴν ζωὴν συγκατέληξεν» (εἰς τὸν Βίον τῆς Ὁσίας Μακρίνης).

Ἡ ἀκολουθία ἔγινε μὲ πολλὴ κατάνυξη καὶ τὸ ἱερὸ σκῆνος ἐναπετάθη στὸν χῶρο ποὺ εἶχε ἑτοιμάσει ἀπὸ καιρὸ ὁ ἴδιος. Ἐκεῖ, στὸ ἁπλὸ μνῆμα, ὑπάρχει στημένο τὸ σημάδι τῆς ἐλπίδος καὶ τῆς ἀναστάσεως, ἐπάνω στὸ ὁποῖο εἶναι γραμμένο μὲ τὸ χέρι τοῦ μακαρίου Τύχωνα τὰ ἑξῆς λόγια: «Ἁμαρτωλὸς Τύχων ἱερομόναχος. 60 χρόνια Ἅγ. Ὄρος. Δόξα Σοι ὁ Θεός». Πράγματι, δὲν ὑπάρχει καλύτερη δοξολογία τοῦ Ὑψίστου ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ τὴν τελευτὴ τῶν Ἁγίων Του. Κλείνουμε τὸ μικρὸ αὐτὸ σύγχρονο συναξάρι μὲ μία προσευχὴ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ ἀσκητοῦ:

-Ὅποιος διαβάσει δὲν ξαναμαρτήσει. Τυπῶστέ την, στεῖλτέ την σὲ δεσποτάδες, βάλουν σε χωριά. Μὲ τὸ δάκρυ γράψει ἐγὼ αὐτά.



Θ) ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Δόξα



Εἰς τὸν Γολγοθᾶ τοῦ Χριστοῦ.



Ὢ θεῖε Γολγοθᾶ, ἁγιασμένε μὲ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, Σὲ παρακαλοῦμε, πές μας πόσες χιλιάδες ἁμαρτωλῶν μὲ τὴν χάρη τοῦ Χριστοῦ, τὴν μετάνοια καὶ τὰ δάκρυα καθάρισες καὶ γέμισες τὸν νυμφῶνα τοῦ Παραδείσου. Ὢ, μὲ τὴν ἀγαπή Σου τὴν ἄῤῥητη, Χριστὲ Βασιλιά, μὲ τὴν χάρη Σου, ὅλα τὰ οὐράνια παλάτια γέμισες ἀπὸ μετανοοῦντας ἁμαρτωλούς. Σύ, καὶ ἐδὼ κάτω ὅλους ἐλεεῖς καὶ σώζεις. Καὶ ποιός μπορεῖ ἀντάξια νὰ Σὲ εὐχαριστήσῃ, ἕστω κι’ ἂν εἶχε ἀγγελικό νοῦ; Ἁμαρτωλοί, ἐλάτε γρήγορα· ὁ Ἅγιος Γολογοθᾶς εἶναι ἀνοικτὸς καὶ ὁ Χριστὸς εὔσπλαγχνος. Προσπέσετε πρὸς Αὐτὸν καὶ φιλήσατε τὰ ἅγια Του πόδια.

Μόνο Αὐτὸς σὰν εὔσπλαγχνος μπορεῖ νὰ γιατρέψῃ τὶς πληγές σας! Ὦ! Θὰ εἴμαστε εὐτυχεῖς ὅταν ὁ πανεύσπλαγχνος Χριστός μᾶς ἀξιώσῃ μὲ μεγάλη ταπείνωση καὶ φόβο Θεοῦ καὶ καυτὰ δάκρυα νὰ πλύνουμε τὰ πανάχραντά Του πόδια καὶ μὲ ἀγάπη νὰ τὰ φιλήσουμε. Τότε ὁ Χριστός, εὔσπλαγχνα θὰ εὐδοκήσῃ νὰ πλύνῃ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ θὰ μᾶς ἀνοίξῃ τὶς πόρτες τοῦ Παραδείσου, ὅπου μὲ μεγάλη χαρὰ μαζὶ μὲ τοὺς Ἀρχαγγέλους καὶ Ἀγγέλους, τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφείμ, καὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους αἰώνια θὰ δοξάοζμεν τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου, τὸν γλυκύτατο Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσιο καὶ ἀδιαίρετο Τριάδα.



                                                           Ἱερομ. Τύχων.


                                                                             Ἅγιον Ὄρος.

πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Ελάτη



Ιερά Μονή Δοχειαρίου


Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου



Ιερά Μονή Οσίου Δαβίδ