φενεος

Ιησούς Σινά

Εγώ πατήρ, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφεύς, εγώ ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος, παν όπερ αν θέλεις εγώ. Μηδενός εν χρεία καταστείς. Εγώ δουλεύσω.
Ήλθον γαρ διακονήσαι, ου διακονηθήναι. Εγώ και φίλος και ξένος και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μήτηρ. Πάντα εγώ.
Μόνον οικείως έχε προς εμέ. Εγώ πένης δια σέ και αλήτης δια σέ, επι σταυρού δια σέ, άνω υπέρ σου εντυγχάνω τω Πατρί κάτω υπέρ σου πρεσβευτής παραγέγονα παρά του Πατρός.
Πάντα μοι σύ και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος.

Τι πλέον θέλεις;

Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Απόστολος Ανδρέας ο πολιούχος της Πάτρας

 
apostolos andreas.jpg

εδώ



Η συμβολή του Αποστόλου Ανδρέα στην εμπέδωση και τη διάδοση της χριστιανικής πίστης είναι πολύ σημαντικότερη απ΄ότι μας υποψιάζουν από πρώτη άποψη οι λίγες, σχετικά, αναφορές στη Καινή διαθήκη.
Αν και λίγες αυτές οι αναφορές, άλλωστε, τον συνδέουν με γεγονότα βαρύνουσας σημασίας, ουσιαστικά και συμβολικά. Ο πρώτος από το γένος των ανθρώπων που εκλήθη από τον Μεσσία να Τον ακολουθήσει ( Ιωαν. 1, 41) σηματοδοτεί μια σημαντική ώρα της παγκόσμιας ιστορίας: την γενέθλια, ιδρυτική, στιγμή της χριστιανικής θρησκείας και εκκλησίας.

Κατά την ιστορικά πιο ρεαλιστική εκδοχή του καθηγητή Πατρώνου αυτή η «κλήση» υπήρξε, κατά κάποιο τρόπο, ανάστροφη. Ο Ανδρέας, δηλαδή, είναι ο πρώτος από την δυναμική ομάδα των εθνικοκοινωνικά και θεολογικά ανήσυχων νέων στη Βησθαϊδά της Γαλιλαίας ( Ανδρέας, Πέτρος, Ιωάννης, Ιάκωβος) που ενισχυμένος και από την υπόδειξη του πρώτου δασκάλου τους Ιωάννη του Βαπτιστή ( « Ίδε ο αμνός του Θεού» Ιωαν.1, 36) διακρίνει στον ομήλικό και γνωστό τους Ιησού την προσωπικότητα και την αποστολή του αναμενόμενου Μεσσία και πείθει γι αυτό και τους υπόλοιπους: « ευρήκαμε τον Μεσσία, ο εστί μεθερμηνευόμενον Χριστός» ( Ιωαν,1, 42).
Ο Ανδρέας συνοδεύει στον Ιησού και τους πρώτους μη Ιουδαίους, και μάλιστα Έλληνες, προσκυνητές. Και είναι ο ίδιος ο Ιησούς που επισημαίνει « ελήλυθεν η ώρα, ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου» (Ιωαν. 12, 23), καταδεικνύοντας ότι έτσι ( μέσω των αλλοεθνών Ελλήνων και της γλώσσας τους που ακόμα τότε κυριαρχεί στην Ανατολική Μεσόγειο) το κήρυγμά του διαρρηγνύει τα στενά πλαίσια της Ιουδαίας κι ανοίγεται στην οικουμενικότητα .

Ακόμα όταν οι Απόστολοι ζητούν την θεία αποκάλυψη για το αν πρέπει ο Ιωάννης να συγγράψει ένα, σε αντίθεση με τα τρία άλλα συνοπτικά, πνευματικό ευαγγέλιο, η καταφατική αποκάλυψη αυτή γίνεται μόνο στον Ανδρέα ( Κανόνας του Μουρατόρι).

Ο Απόστολος Ανδρέας είναι ο ιδρυτής της εκκλησίας του Βυζαντίου. Επ αυτής θα ανυψωθεί αργότερα, με την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης, το ομώνυμο Πατριαρχείο και ο τεράστιος ρόλος του στο ανατολικό θρησκευτικό δόγμα. Ο Απόστολος Ανδρέας είναι για την ορθόδοξη ανατολή ό,τι ο Απόστολος Πέτρος για τη Ρώμη και το καθολικό δόγμα.
Αυτό δεν στερεί από τον Απόστολο την οικουμενικότητα της αποδοχής του. Είναι ενδεικτικό ότι τον θεωρούν προστάτη τους όχι μόνο η εκκλησία των Πατρών και της Κωνσταντινούπολης αλλά και αυτές της Ρωσίας, της Σκωτίας κ.α.

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Θεέ μου, κάνε καλά αυτή την κοπέλα που τόσο πολύ σε αγαπά…βοήθησέ την…βοήθησε και εμένα…



Ήταν ο άνθρωπος της παρέας. Πειράγματα, αισχρόλογα, αστεϊσμοί και άλλα πολλά ήταν στον ημερήσιο κατάλογο των κατορθωμάτων του. Τα χρόνια περνούσαν και ποτέ του δεν συνδέθηκε με κάποιους ανθρώπους…ποτέ του δεν εμπιστεύτηκε κανέναν. Όλοι τον θέλανε για την παρέα αλλά μέχρις εκεί. Αλλά και ο ίδιος κανέναν δεν έπαιρνε στα σοβαρά, κανέναν δεν αισθανόταν δικό του άνθρωπο, φίλο του, οικείο του.
Κάπου στα 30 του, γνώρισε μία κοπέλα. Την γνώρισε μέσα από μια τυχαία παρέα, διαμέσου γνωστών αγνώστων. Η κοπέλα αυτή είχε κάτι το διαφορετικό, κάτι το «περίεργο». Του κίνησε το ενδιαφέρον. Όταν τύχαινε στην παρέα να βρίσκεται και εκείνη (σπάνια), αυτός σταματούσε τις ανοησίες, σταματούσε τις αισχρότητες τις οποίες οι υπόλοιποι τον ωθούσαν να πράξει για χάριν της παρέας και του κεφιού.
Μετά από μερικούς μήνες πήρε το θάρρος και την ζήτησε να βγούνε έξω. Εκείνη δέχτηκε, προσφέροντάς του μία ευχάριστη έκπληξη. Δεν περίμενε να βγει μαζί του ραντεβού…
Από το πρώτο ραντεβού κατάλαβε ότι είχε να κάνει με μία κοπέλα που πίστευε βαθιά στον Θεό. Απ΄την άλλη αυτός στο στόμα του έπιανε κάτι το “εκκλησιαστικό” μόνο για να το κοροϊδέψει και να το κατακρίνει.
Τα λόγια της κοπέλας είχαν μία γλυκύτητα. Μιλούσε και νόμιζες ότι σε μιλούσε μια μελωδία. Τα ραντεβού έφευγαν το ένα μετά το άλλο…η κοπέλα πάντα χαμογελαστή και πρόσχαρη, εκείνος ανήσυχος και προβληματισμένος. Του μιλούσε για τον Θεό, του μιλούσε για την ζωή μέσα στην Εκκλησία, του μιλούσε για την γνήσια και ανιδιοτελή αγάπη. Εκείνος αναπαυόταν μόνο στην σιγουριά των ματιών της.
Ποτέ δεν άγγιξε εκείνη την κοπέλα, μέχρις ότου στο τελευταίο τους ραντεβού του είπε: «Θα ήθελα να προσευχηθείς για εμένα…την άλλη εβδομάδα θα κάνω μία πολύ σοβαρή εγχείρηση στην καρδιά…». Τα λόγια της πάγωσαν το βλέμμα του. Ασυναίσθητα έπιασε τα χέρια της. Του ήταν αδιανόητο ότι μπορεί να την έχανε. «Ναι, θα προσευχηθώ….», είπε με τρεμάμενη φωνή.
Η κοπέλα σηκώθηκε τον ασπάσθηκε και έφυγε λέγοντας «Θα σε πάρω τηλέφωνο…». Εκείνος δεν είπε τίποτα.
Η ημέρα της εγχείρησης ήρθε. Σηκώθηκε το πρωί ενθυμούμενος ότι θα «πρέπει» να προσευχηθεί. Της το υποσχέθηκε. Δεν ήξερε πως. Δεν γνώριζε απ΄αυτά τα πράγματα…
Θυμήθηκε την μαυροφορεμένη γιαγιά του που τον πήγαινε μικρό σε ένα μικρό μοναστηράκι δίπλα στο χωριό του. Ήταν το μοναδικό ίσως μέρος που θεωρούσε άσπιλο, γνήσιο και αγνό. Κίνησε προς τα εκεί.
Ήταν πλέον μεσημέρι, σχεδόν εκείνη η ώρα που η κοπέλα θα έκανε την εγχείρηση. Έσβησε τη μηχανή του αυτοκινήτου και μαζί της έκλεισε και το ραδιόφωνο που τόσο ώρα έπαιζε στους κοσμικούς του ρυθμούς. Σιωπή. Έκανε να βγει από το αυτοκίνητο προσεκτικά και ακόμα πιο ευλαβικά έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου. Αυτή η ησυχία είχε κάτι το ιερό, σαν να έκρυβε κάτι το πολύτιμο…
Πρώτη φορά στη ζωή του βίωνε κάτι τέτοιο. Ησυχία, μέσα στην ανησυχία του.
Προχώρησε προς το ναό. Μερικά κεράκια τρεμόπαιζαν στο μανουάλι του εξωνάρθηκα.
Στάθηκε μπροστά στην πόρτα του ναού, η οποία του έφερε μπροστά του, το ιλαρό πρόσωπο της γιαγιάς του. Μικρό παιδί το έπαιρνε από το χέρι και ερχόταν εδώ να ανάψουν τα καντήλια. Τόσα χρόνια όλες αυτές οι ιερές μνήμες είχαν πέσει στο σκοτάδι της λήθης…σαν να μην τα είχε ζήσει.
Έκανε τον σταυρό του και έπιασε το χερούλι της πόρτα για να μπει στα ενδότερα.
Η πόρτα άνοιξε και μαζί της άνοιξε η πόρτα της καρδιάς του. Η πόρτα του ναού άνοιξε και μαζί της άνοιξαν και οι βρύσες των ματιών του. Έκλαιγε μέσα στην πρωτόγνωρη αυτή σιωπή. Έκλαιγε βουβά καθώς τα χείλη του ασπαζόταν την εικόνα της Παναγιάς. Ήταν μόνος του στον ναό. Για αρκετή ώρα τα δακρυσμένα μάτια του περιεργαζόταν τις αγιογραφίες, τα προσκυνητάρια, το τέμπλο, τους πολυέλεους, τα στασίδια.
Πήγε και κάθισε στο πρώτο σκαλοπάτι που οδηγούσε προς το πατάρι. Μπροστά του απλωνόταν μυστικά μια απόκοσμη και συνάμα γνώριμη οικειότητα. Ένιωθε σπίτι του. Ένιωθε μέσα στον ναό, σαν να βρισκόταν μέσα στην αγκαλιά της συγχωρεμένης του μητέρας…
«Θεέ μου, κάνε καλά αυτή την κοπέλα που τόσο πολύ σε αγαπά…βοήθησέ την…βοήθησε και εμένα…». Τα λεπτά περνούσαν. Δεν έλεγε να φύγει από εκείνο το σκαλοπάτι. Καθόταν εκεί γεμάτος αγωνία για την ηρεμία που ένιωθε…
Κάτι του έλεγε ότι όλα θα πάνε καλά. Μετά από αρκετή ώρα σηκώθηκε, ασπάσθηκε τις εικόνες στα προσκυνητάρια και έφυγε. Μετά από δύο ημέρες κάποιος συγγενείς της κοπέλας τον πήρε τηλέφωνο. «Όλα καλά πήγανε… μην ανησυχείς…».
Ύστερα από δύο ημέρες πήγε την είδε στο νοσοκομείο. «Φαίνεσαι διαφορετικός…» του είπε μόλις τον είδε η κοπέλα. «Σ’ευχαριστώ…εσύ μου έδειξες τον δρόμο προς τα εκεί…».
Ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπε. Την φίλησε για πρώτη και μοναδική φορά, στο μέτωπο, της χαμογέλασε και έφυγε.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Και να που ήρθε η ώρα να φύγει από αυτήν την ζωή, σε βαθιά γεράματα, εκείνος ο νέος.
Εκοιμήθη καθισμένος στο σκαλοπάτι του ναού που τότε είχε δακρύσει… Εκοιμήθη μετά από χρόνια μέσα στο μοναχικό ράσο, λέγοντας την ευχή.
Όλα άρχισαν μέσα από μία κοσμική παρέα. Μεταμορφώθηκαν μέσα από την ουράνια παρέα της Χάρης του Θεού. Και όλα ξαναρχίζουν τώρα, μέσα σε Φως, μέσα σε Αγάπη, μέσα στην Αιωνιότητα…πίσω από την πόρτα του ναού.
Ξύλινη, κλειστή και σιωπηλή σου μιλούσε για όλα εκείνα που είχε δει και ακούσει. Κι εκείνος, ο μοναχός, πλέον ακίνητος, σου έγνεφε για τα λάθη που έκανε, για την μετάνοια που έζησε, για την Αγάπη που έδωσε και έλαβε, για τις ημέρες της σιωπής που βίωσε σαν σε πανηγύρι…

imverias.blogspot.gr

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

Πορίσματα ἡμερίδας μὲ θέμα: «Yoga; Εὐχαριστῶ δὲν θὰ πάρω!»

Πορίσματα ἡμερίδας μὲ θέμα: «Yoga; Εὐχαριστῶ δὲν θὰ πάρω!»

 

PraktikaDLΠορίσματα ἡμερίδας μὲ θέμα: «Yoga; Εὐχαριστῶ δὲν θὰ πάρω!»
πού διοργανώθηκε ἀπὸ τὴν ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς Ἱ.Μ.Κηφισίας Ἀμαρουσίου καὶ Ὠρωποῦ
μετὰ τοῦ ἀντιαιρετικοῦ  της Γραφείου
στὶς 14 Νοεμβρίου 2015 στὸ Δημοτικὸ Θέατρο Πεύκης.

1. Ἡ Γιόγκα δέν εἶναι ἁπλή γυμναστική, ἤ μέθοδος χαλαρώσεως, δέν εἶναι ἐπιστήμη, δέν εἶναι ἡ φωτεινή πλευρά τῆς ζωῆς, δὲν εἶναι τρόπος ἀποβολῆς τοῦ ἄγχους, δὲν εἶναι μέθοδος σωματικῆς εὐεξίας.
Ἡ γιόγκα εἶναι ἕνα ὑπαρξιακὸ σύστημα, ποὺ βασίζεται στὴ φιλοσοφία τῆς Ἀνατολικῆς πνευματικότητας, συμπλέκεται  μὲ τὸν Δυτικὸ ἀποκρυφισμὸ, τήν μαγεία, τήν ἀστρολογία,  καὶ σήμερα μὲ τὸ σύνδρομο τῆς Νέας Ἐποχῆς τοῦ Ὑδροχόου. Ὁ διαλογισμός, εἶναι μία διαδικασία σταδιακῆς αὐτο-ύπνωσης μέσῳ τῆς φαντασίας. Θεμελιώνεται στόν ἀπόλυτο μονισμό καί στήν ὁλιστική θεώρηση τοῦ κόσμου.Ὑπάρχει τεράστια διαφορά ἀπό τήν χριστιανική προσευχή. Ἐκεῖνο πού σέ φέρνει στά κέντρα τῆς γιόγκα εἶναι ἡ ἀνάπτυξη της συνειδητότητάς σου, δηλ. ἡ προσπάθεια αὐτοεξελίξεως μέ ἀπώτερο στόχο τήν ἀπορρόφηση στήν ἀπρόσωπη «ἀνεκδήλωτη θεότητα». Πρόκειται γιά ἐκμηδένιση τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Ὁ διαλογιζόμενος ἐπιδιώκει ταύτιση μέ τόν θεό τῆς ἰνδουϊστικῆς πίστεως. Ὁ προσευχόμενος ἀποζητᾶ τήν ἐν Χριστῷ κοινωνία μέ τόν Θεό πού δέν εἶναι ἀπορρόφηση τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ἀλλά  ἀνύψωσή του στήν δόξα τοῦ Θεοῦ, χωρίς καμμία σύγχυση.  
PVasKokolakisἩ γιόγκα εἶναι ἐπίσης λατρευτικὴ πρακτικὴ - μὲ σκοπὸ τὴν ἕνωση τοῦ ἀσκούμενου μὲ τοὺς ἰνδικοὺς θεούς. Ἡ λέξη Yoga προέρχεται ἀπὸ τὴ λέξη "yug", ὅπου στὰ σανσκριτικὰ σημαίνει " ζεύξη - ἕνωση" τοῦ ἄτμαν - ψυχῆς μὲ τὴν θεϊκὴ ἄμορφη ὕπαρξη Βράχμαν. Ἑπομένως, ὁ κύριος σκοπὸς τῆς Γιόγκα εἶναι καθαρὰ θρησκευτικός, νὰ ὁδηγήσει τὸν γιόγκι στή λύτρωση ἀπό τήν σαμσάρα (διαδικασία μετενσαρκώσεων) πού εἶναι ἀπολύτως μή χριστιανική.
Ἡ γιόγκα δέν εἶναι τέχνη ζωῆς ἀλλά εἶναι τέχνη θανάτου. Ἀναπτύχθηκε, ὅπως ἀποκαλύπτουν γιόγκι ἀπό τήν Ἰνδία, ὡς μία τεχνική, γιά νά πεθαίνουν ἀνώδυνα οἱ ἡλικιωμένοι.
2. Γιά τήν γιόγκα ὁ Θεός δέν εἶναι πρόσωπο, ἀλλά εἶναι μία ἀπρόσωπη συμπαντική ὑπερσυνειδητότητα, εἶναι μία ἐνέργεια.
Ἡ ψυχή, τό ἄτμαν, θά πρέπει νά σβήσει ὅπως μία σταγόνα στόν ὠκεανό τοῦ Μπράχμαν, τῆς παγκόσμιας ὑπερσυνειδητότητας, αὐτῆς τῆς ἐνέργειας πού, μιλώντας τή γλῶσσα, ἄς ποῦμε, τήν Δυτική, θά τήν ὀνομάζαμε «θεό».
Στή Γιόγκα ταυτίζουν τὸν Χριστὸ μὲ τὸν Ράμα καὶ τὸν Κρίσνα ἢ μὲ τὴν «παγκόσμια συνειδητότητα», ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν Ἰνδουϊσμὸ ὑπάρχει μέσα στὰ ζῶα καὶ τὰ φυτά. Ταυτίζουν τὸν διαλογισμὸ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη προσευχή, τὴ χορτοφαγικὴ διατροφὴ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη νηστεία, τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεό, τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ στὴν Καινὴ Διαθήκη μὲ τὶς δοξασίες τῆς Γκιτᾶ κ.ἄ. βιβλίων, ὥστε νά προκαλοῦν σύγχυση μέχρι καί ἄρνηση τῆς μοναδικότητας τοῦ Θεανθρώπου καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ Σταυρός καί ἡ Ἀνάσταση εἶναι ἀκατανόητα. Ὁπότε ὁ ἀσκούμενος στὴ γιόγκα μένει ἀθωράκιστος ἔναντι τῆς δαιμονικῆς δράσεως.
3. Ὁ ἀσκούμενος μέ συνέπεια γιά μεγάλο διάστημα στή γιόγκα φθάνει σέ βαθμό νά μήν ἀντιλαμβάνεται χρῶμα,  ὀσμή, ἦχο, ἁφή, οὔτε τὸν ἑαυτό του, οὔτε κανέναν ἄλλο. Τὸ πνεῦμα του «ἐλευθερώνεται» -σύμφωνα μὲ τὴν ἔκφραση τῶν μυημένων - ἀπὸ τὴ μνήμη καὶ τὴ λήθη. Αὐτή ἡ ἀπώλεια συνειδήσεως θεωρεῖται ἐπίγνωση, φωτισμός!
Δημοσιεύματα ἀναφέρουν σοβαρὰ ὀρθοπεδικὰ καὶ ψυχιατρικὰ προβλήματα. Ὀρθοπεδικά, λόγῳ τῶν ἐντελῶς ἀφύσικων γιὰ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα στάσεων τῆς Γιόγκα. Ψυχιατρικά, ἐξαιτίας τῆς ἀσυναρτησίας τῶν ἐπικλήσεων διαλογισμοῦ,  κυρίως δὲ ἀπό τίς δαιμονικές ἐπιρροές. Στὴν Ψυχιατρική, μάλιστα, συναντᾶμε πλέον τὸν νέο ὅρο «σύνδρομο κουνταλίνι». Τὶς καταστροφικὲς ἐπιπτώσεις στὴν ψυχικὴ ὑγεία παραδέχονται ἀναγνωρισμένοι δάσκαλοι τῆς γιόγκα, ὁπότε θὰ ἦταν ἀφροσύνη ἐκ μέρους μας νὰ τὶς ἀγνοήσουμε.
Οἱ διάφορες τεχνικὲς τῆς Γιόγκα δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἐπιστήμη, ἀντίθετα ἔχουν τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς μαγείας(¨μάντρας¨, δηλ. μαγικές συλλαβές καί ¨σίντις¨, δηλ. παραφυσικές καταστάσεις καί ἀσυνήθιστα φαινόμενα, πού πραγματοποιοῦνται  σέ προχωρημένο στάδιο, ὅπως διόραση, τηλεπάθεια,  αἰώρηση,  ὑλοποιήσεις,  ἐξωσωματική προβολή κ.ἄ) τῆς ὁποίας οἱ ἐπιδράσεις ποικίλλουν.
4. Ἡ «Νέα Ἐποχὴ τοῦ Ὑδροχόου», ποὺ πολεμᾶ τὴν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν, τὴν Ὀρθοδοξία μας, κατακλύζει τὴν χώρα μας μὲ τὴν προβολὴ τῆς Γιόγκα γιὰ νὰ παραπλανήσει μὲ τὸ δαιμονικὸ δόγμα πὼς οἱ θρησκεῖες εἶναι διαφορετικοί δρόμοι ποὺ ὁδηγοῦν στὸν ἴδιο σκοπό.
Ἐμεῖς ὅμως ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ δέν ξεχνᾶμε τοὺς λόγους τοῦ εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη:  «Ἀγαπητοὶ, μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν, ὅτι πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τὸν κόσμον» (Α΄ Ιω 4, 1), «οἴδαμεν δὲ ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἥκει καὶ δέδωκεν ἡμῖν διάνοιαν ἵνα γινώσκωμεν τὸν ἀληθινόν· καί ἐσμεν ἐν τῷ ἀληθινῷ, ἐν τῷ υἱῷ αὐτοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστῷ. οὗτός ἐστιν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ζωὴ αἰώνιος. 21 Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν εἰδώλων· ἀμήν» (Α΄ Ιω 5, 20-21).
Εἶναι πεποίθηση τῶν Ἁγίων Γραφῶν, τῶν Ἀποστόλων, τῶν Μαρτύρων, τῶν Ὁσίων, τῶν Ἁγίων Πατέρων, καί συνόλου τῆς Ἐκκλησίας ὅτι οἱ θεοί τῶν ἄλλων θρησκειῶν εἶναι Δαίμονες.
Ὅπως λέει κι᾿ ὁ προφήτης Δαβίδ, πίσω ἀπό τούς θεούς τῶν ἐθνῶν κρύβονται δαιμόνια.
Στὸ Δευτερονόμιο διαβάζουμε «παρώξυνάν με ἐπ' ἀλλοτρίοις, ἐν βδελύγμασιν αὐτῶν ἐξεπίκρανάν με˙ ἔθυσαν δαιμονίοις καὶ οὐ Θεῷ» Δηλαδή: «Μὲ θύμωσαν καὶ μὲ πίκραναν (οἱ Ἑβραῖοι) μὲ τοὺς ξένους καὶ συχαμεροὺς θεούς τους. Στὰ  δ α ι μ ό ν ι α  θυσίασαν κι ὄχι στὸν Θεό».
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀποτρέποντας τούς χριστιανούς νά συμμετέχουν στήν βρώση εἰδωλοθύτων θά μᾶς πεῖ « Οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς κοινωνοὺς τῶν δαιμονίων γίνεσθαι. οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πίνειν καὶ ποτήριον δαιμονίων, οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καὶ τραπέζης δαιμονίων» (Α' Κορ. 10, 20-21).
Ὁ ὅσιος Παΐσιος λέει χαρακτηριστικά γιά τήν Γιόγκα: «ὅσοι ἀσχολοῦνται μ᾿ αὐτά, δίνουν δικαιώματα στόν διάβολο, δέχονται δαιμονικές ἐπιδράσεις καί καταστρέφονται»...
Ὁ γέρων Σωφρόνιος παρατηρεῖ: «Μετά τήν ἐκ νέου εἰς Χριστόν στροφήν μου, ἡ ¨ἀνατολική¨ ἐμπειρία μου, - ἐννοεῖ τήν ἄσκηση Γιόγκα καί διαλογισμοῦ - ...ἐφάνη εἰς τό πνεῦμα μου ὡς τό πλέον φοβερόν ἔγκλημα κατά τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ».
Ἡ ἐνασχόληση ἑπομένως μὲ τὴν Γιόγκα εἶναι ἄρνηση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
5. Εἶναι ἀπαράδεκτο νά παραπλανῶνται ἀνύποπτοι ἄνθρωποι, καί κυρίως νέοι, στούς ὁποίους παρουσιάζεται ἡ Γιόγκα ὡς μία δῆθεν γυμναστική ἤ ὡς μία ἐπιστήμη. Τὸ νὰ ἀποσυνδέει κανεὶς τὴ Γιόγκα ὡς τεχνικὴ χαλαρώσεως ἀπὸ τὴν ἰνδουϊστικὴ πίστη, εἶναι σὰ νὰ πιστεύει ὅτι διαχωρίζεται τὸ μυϊκὸ ἀπὸ τὸ νευρικὸ σύστημα τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ καθένας βεβαίως εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἀσπασθεῖ τὸν Ἰνδουισμό, τὸν Βουδισμὸ καὶ τὶς ὅποιες θρησκευτικὲς πρακτικὲς θέλει, ἀλλὰ ἐν γνώσει του καὶ ὄχι πλανώμενος. Καὶ ὁπωσδήποτε γνωρίζοντας ὅτι ὅλοι οἱ δρόμοι δὲν ὁδηγοῦν στὸ Θεό.
Ἡ παρουσίαση τῆς Γιόγκα ὡς μορφῆς γυμναστικῆς καὶ ὡς ἐναλλακτικῆς θεραπείας καὶ ἡ ἀπόκρυψη τῆς θρησκευτικῆς σημασίας της, ἀποτελεῖ ἀπατηλὸ, μέσο μὲ τὸ ὁποῖο ἐπιχειρεῖται ἡ μεταβολὴ τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν χριστιανῶν καὶ στοιχειοθετεῖ τὸ ἀδίκημα τοῦ ἀθέμιτου προσηλυτισμοῦ, ὅπως αὐτὸ ὁρίζεται στὸ νόμο 1363/1938 καὶ στὸ ἄρθρο 13 τοῦ Συντάγματος. Ἡ εἰσβολή της στὰ σχολεῖα, ὅπως συμβαίνει μέ τήν Yogakids International, εἶναι ἀντίθετη μὲ τὰ ἰσχύοντα κατὰ τὸ Ἑλληνικὸ Σύνταγμα, ἀντιπαιδαγωγικὴ καί ἀκατάλληλη γιά παιδιά.
Ὡς ἐκ τούτου ἡ ποινικὴ Δικαιοσύνη μπορεῖ καί πρέπει νά κινηθεῖ ἐναντίον ὅσων χρησιμοποιοῦν τὴ μέθοδο τῆς Γιόγκα γιά νά μυήσουν μαθητές στὰ ἀποκρυφιστικὰ δόγματα τοῦ ἰνδουϊσμοῦ καὶ τοῦ βουδισμοῦ. Οἱ γονεῖς ἔχουν  κάθε λόγο γιά καταγγελίες κατά διευθυντῶν καί διευθύνσεων ἤ τουλάχιστον ἔχουν ἠθικό χρέος νά παρεμβαίνουν ἐνημερωτικά στούς συλλόγους γονέων.
6. Ἡ ἑλληνορθόδοξη κληρονομιά μας ἔχει ὡς κέντρο τὴν ἐν Χριστῷ ἐμπειρία, τὴν ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στὸ μυστικὸ σῶμα τοῦ Κυρίου μας, διὰ τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔτσι συγκροτεῖται καὶ ὁλοκληρώνεται ἡ προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτά μᾶς δίδαξαν οἱ ἅγιοί μας.
Ἡ Ἐκκλησία δέν ὑποχρεώνει κανέναν νά ἀκολουθήσει τόν δικό της δρόμο, ἀλλά ἔχει χρέος νά ἐνημερώνει, νά ποιμαίνει, νά προειδοποιεῖ, νά ἐπισημαίνει, νά προστατεύει, νά ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.  Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός θέλει πάντας ἀνθρώπους  σωθῆναι. ( Α΄Τιμ. β΄,4).
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκ­κλη­σίας τῆς Ἑλλάδος ἐπισημαίνει ξεκάθαρα στὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα ὅτι: «ἡ "Γιόγκα" ἀποτελεῖ θεμελιῶδες κεφάλαιο τῆς θρησκείας τοῦ Ἰνδουισμοῦ, ἔχει ποικιλομορφία σχολῶν, κλάδων, ἐφαρμογῶν καὶ τάσεων καὶ δὲν ἀποτελεῖ "εἶδος γυ­μνα­στι­κῆς».  Ὡς ἐκ τούτου ἡ "Γιόγκα" τυγχάνει ἀπολύτως ἀσυμ­βί­βα­στη μὲ τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη μας καὶ δὲν ἔχει καμία θέση στὴ ζωὴ τῶν χριστιανῶν».
7.Ὕστατο πόρισμά μας: Ἔστω καί ἄν ὁ Ἕλληνας πολίτης δέν ἔχει ἀπολύτως ὀρθόδοξη συνείδηση, συνιστοῦμε νά μήν μπλέξει στά δίχτυα τῆς Γιόγκα γιατί δέν ξέρει ποῦ θά τόν ὁδηγήσει

πηγή
 

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Απλές οικογενειακές σωτήριες διέξοδοι

Πάρτε τα παιδιά σας και πηγαίνετε σ' ένα μοναστήρι, σαν εξωκλήσι στην εξοχή, ανάψτε ένα κεράκι, κάντε ευλαβικά τον σταυρό σας, αναπνεύστε, ξελαχανιάστε, αναπαυθείτε, πέστε δυο λόγια εγκάρδια με τους δικούς σας ανθρώπους. Πηγαίνετε να ψυχαγωγηθείτε στα λεγόμενα κέντρα διασκεδάσεως και η πολυκοσμία, ο καπνός, ο θόρυβος, η αναμονή σας κουράζουν πιο πολύ. Πηγαίνετε για διακοπές και βρίσκετε πιο πολύ κόσμο εκεί απ' ότι στη γειτονιά σας. Πηγαίνετε σ' ένα προσκύνημα, σ' ένα γέροντα, σ' ένα φτωχό. Μάθετε τα παιδιά να αγαπάνε, να προσφέρουν, να δίνουν, να χαίρονται. Πηγαίνετε σ'ενα φιλικό σπίτι που δεν θα συγχησθείτε με πολιτικολογίες και κουτσομπολιά, αλλά θα κερδίστε κάτι πνευματικό.πρέπει να συνδέονται οι χριστιανικέ οικογένειες, να πιάνουν καλές φιλίες τα παιδιά τους. Στο δύσκολο κόσμο είναι οι αναγκαίες οι καλές συναναστροφές. Όλοι στο βάθος μας ζητάμε πνευματική ενίσχυση, συμπαράσταση, παρηγοριά.

+ μοναχός Μωυσής αγιορείτης 
 

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Ο πιο άγνωστος τελικά είναι ο πλησιέστερος εαυτός μας



Για την οικογένεια και τη σύνδεσή της απαραίτητη είναι η ησυχία. Απλά οι λεγόμενες ώρες κοινής ησυχίας, αλλά γενικά είναι πολύ χρήσιμη η ωραία ησυχία. Ακούει κανείς μουσική στο δωμάτιό του, γιατί να την έχει τόσο δυνατά και να ενοχλεί όλους τους άλλους ή όταν μαστορεύει κάτι ή όταν συζητά.
 Γιατί συνεχώς να φωνάζουμε, σαν να μαλώνουμε, γιατί να επιτρέπουμε τόσο θόρυβο και μέσα στο σπίτι μας. Ο θόρυβος δημιουργεί ανησυχία, ταραχή, ένταση, νευρικότητα, θυμό. Χρειάζεται να βρούμε και τις ώρες της προσωπικής ησυχίας προς μελέτη και περισυλλογή. Γεμίζουμε στενά το πρόγραμμά μας, δεύτερες εργασίες, πολλές υποχρεώσεις, δραστηριότητες, ανάγκες, μέριμνες, κοινωνικές εκδηλώσεις, επισκέψεις, δημόσιες σχέσεις και λοιπά.
 Ο πιο άγνωστος τελικά είναι ο πλησιέστερος εαυτός μας.
 Μήπως τελικά αδυνατούμε να δούμε κατάματα το εσωτερικό μας κενό; Πρέπει οπωσδήποτε να δημιουργηθούν προϋποθέσεις κι ευκαιρίες ησυχίας. Να  αφιερώσουμε λίγη ώρα και στον δικαιολογημένα απαιτητικό εαυτό μας. Αυτό δεν είναι εγωιστικός ατομισμός. Αν δεν βοηθηθούμε, δεν μπορούμε να βοηθήσουμε ποτέ.

+ μοναχός Μωυσής ο αγιορείτης

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

Μεγάλο Θαύμα της Παναγίας μας…



(ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΟ ΘΑΥΜΑ -Mαρτυρία επιβάτης σε αεροπλάνο που πέφτει!)

Προσκυνήτρια, Α.Π.

Ένα πραγματικό γεγονός που το διηγείται επιβάτης σε αεροπλάνο που επέστρεφε

από τους Αγίους Τόπους στις 29 Αυ­γούστου του 2003.

Ήταν χαράματα Παρασκευής, 29 Αυ­γούστου του 2003. Φεύγαμε με βαριά καρδιά από την Ιερουσαλήμ, με κατεύ­θυνση προς Τελ Αβίβ και από εκεί για Αθήνα.

Είχαμε περάσει υπέροχα. Την προηγούμενη, είχαμε γιορτάσει Πανηγυρικά την Κοίμηση της Παναγίας μας στον Τάφο Της, αφού στα Ιεροσόλυμα η Κοίμη­ση εορτάζεται 13 ημέρες μετά, στις 28 Αυγούστου.

Ζήσαμε μία πρωτόγνωρη, μοναδι­κή εμπειρία. Το πανηγύρι ήταν μεγα­λοπρεπές, πλούσιο, γενναιόδωρο προς πάντας. Αργά το απόγευμα ετοιμάσαμε τις βαλίτσες μας, το βράδυ λάβαμε μέ­ρος στην αγρυπνία στον Πανάγιο Τάφο και αμέσως μετά, γρήγορα στο πούλμαν που μας περίμενε ακριβώς έξω από την παλαιά Πόλη. O καιρός ήταν καλός. O ουρανός έναστρος και μέσα σε μία γλυ­κιά ησυχία απολαμβάναμε την Πόλη φωτισμένη. Είχαμε στυλώσει τα μάτια μας στα τείχη της, αγκαλιάζοντας νοερά όλα τα Πανάγια Προσκυνήματα, κλείνο­ντας τα ερμητικά μέσα στην καρδιά μας. Ένα σχεδόν αδιόρατο ελαφρύ χαμόγελο πρόδιδε την κούραση των ημερών, αλλά και την βαθιά ευγνωμοσύνη μας προς τον Θεό για όσα ζήσαμε. Η ευχαρίστηση μας ήταν τόση, που δεν κλονίστηκε κα­θόλου από την παρατεταμένη αναμονή, ούτε από τον εξαντλητικό έλεγχο των Ισραηλινών στο αεροδρόμιο.

Όταν επιτέλους επιβιβάστηκα στο αεροπλάνο – εάν θυμάμαι καλά ήταν ένα δικινητήριο Airbus – πρόσεξα ότι τα φώτα του τρεμόπαιζαν συνεχώς και δεν σταθεροποιούνταν σε μία συγκεκριμέ­νη φωτεινότητα. Σκέφθηκα ότι κάποιο καλώδιο δεν κάνει καλή επαφή και βυ­θίστηκα στο κάθισμα μου. Όταν ξεκί­νησε η τροχοδρόμηση, τα πρόβλημα στα ηλεκτρικά έγινε πιο έντονο, ενώ παράλ­ληλα ακούγονταν και ο χαρακτηριστι­κός ήχος μικρών, πολλαπλών βραχυκυ­κλωμάτων. Δεν έδωσα σημασία· τα φώτα έσβησαν, απογειωθήκαμε και, όταν ξανά­ναψαν το πρόβλημα υφίστατο σε μικρό­τερο βαθμό. Καθόμουν με τη μητέρα μου στην αριστερή πλευρά του αεροσκάφους, μπροστά από το φτερό, ενώ φίλοι και γνωστοί κάθονταν σε κοντινές θέσεις.

Μετά από περίπου 20 λεπτά ακούσαμε έναν δυνατό θόρυβο και το αεροπλάνο άρχιζε να τρέμει και να κινείται δεξιά και αριστερά, σαν να «κοσκινίζει», όπως εύστοχα παρατήρησε κάποιος φίλος. O πιλότος είπε πρώτα στα εβραϊκά και με­τά στα αγγλικά να παραμείνουμε με τις ζώνες μας δεμένες, το ίδιο έκαναν αμέσως και οι αεροσυνοδοί Αρχικά δεν δώσαμε σημασία, ώσπου κοίταξα το φτερό και είδα την τουρμπίνα να φλέγεται και να εκσφενδονίζει κομμάτια από πυρωμένο σίδερο! Μετά από ένα καθησυχαστικό πρόλογο, την έδειξα στη μητέρα μου και στους γύρω φίλους. Όλοι μας είχαμε ταξιδέψει πολλές φορές με αεροπλάνο, αλλά ήταν η πρώτη φορά που βλέπαμε φλεγόμενο κινητήρα. Σφιχθήκαμε κάπως αλλά κρύψαμε επιμελώς την ανησυχία μας, σιωπώντας. Κάποιοι από εμάς όπως έμαθα αργότερα, λέγαμε νοερά την Ευχή. Μετά από αρκετά λεπτά έγινε νέα ανακοίνωση που μας πληροφορούσε για την απώλεια του αριστερού κινητήρα και ότι θα προσπαθήσουμε να φθάσουμε στα Ελευθέριος Βενιζέλος με τον άλλον.

Δεν πέρασαν άλλα είκοσι λεπτά όταν ακούστηκε ένας λιγότερος δυνα­τός θόρυβος από τη δεξιά πλευρά και νοιώσαμε όλοι τις ίδιες έντονες δονήσεις του αεροσκάφους, αναμεμιγμένες με αναταράξεις. Κάποιοι που κάθονταν μπροστά από το δεξί φτερό φώναξαν «πήρε φωτιά η τουρμπίνα»! Το μέχρι τότε ήπιο και, μάλλον ευχάριστο κλίμα, του θαλάμου αντικαταστάθηκε σύντομα από πανικό. Το αεροσκάφος έχανε διαρκώς και απότομα ύψος και ακουγόταν ένας θόρυβος σαν σφύριγμα, που μετά θυμήθηκα ότι τον άκουγα στις ταινίες, όταν έπεφταν οι βόμβες των αεροπλάνων. Οι αεροσυνοδοί, που μόλις είχαν ξεκίνησε να προσφέρουν αναψυκτικά, ασφάλισαν τρέχοντας τα καροτσάκια τους στις κατάλληλες θέσεις· κάθισαν γρήγορα κα προσδέθηκαν κρατώντας το κεφάλι τους κοντά στα γόνατα. Αρκετοί καρδιοπαθείς και ηλικιωμένοι έπαιρναν τα χάπια τους δύο-δύο. Μεταξύ συζύγων, γίνονται δημόσιες εξομολογήσεις για το πότε απάτησε ο ένας τον άλλον και με ποιόν και ζητούσαν συγχώρεση. Γιαγιάδες και παπούδες απεκάλυπταν στα παιδιά τους ότι τους αδίκησαν στη διαθήκη τους και ζητούσαν συγχώρεση και εκείνα την έδιναν, αλλά και τη ζητούσαν με τη σειρά τους για παλιές άπρεπες συμπεριφορές. Φίλοι ομολογούσαν ότι με αφορμή το τάδε περιστατικό είχαν πει ψέματα και συκοφαντήσει αλλήλους…

Όλα τα παραπάνω μαζί με τη συνεχή και απότομη απώλεια ύψους, τις ασυ­νήθιστες αναταράξεις και τη σιγή του πιλότου έκαναν βαριά την ατμόσφαιρα. Σαν να μην έφθανε αυτό, κάποιος από τήν παρέα φώναξε «είχε δίκιο ο τάδε», ενθυμούμενος τα λόγια ενός μοναχού, που του είχε πει, παρουσία τρίτων, πριν από λίγες ήμερες ότι η Ελλάδα θα θρηνή­σει μεγαλύτερο αριθμό νεκρών από ό,τι το Πάσχα – αναφερόμενος στο δυστύχη­μα λίγο πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα στα Τέμπη – μόνο που αυτή τη φορά θα είναι στη θάλασσα. Είχαμε αρχίσει να ανησυχούμε σοβαρά…

Το αεροπλάνο άρχισε να παίρνει κλίση καταλάβαμε ότι προσπαθεί να στρίψει και σκέφθηκα ότι θα επιστρέφαμε στο Τελ Αβίβ η ότι θα πηγαίναμε στην Κύ­προ. Σε λίγο σηκώθηκε μία αεροσυνοδός και πήγε βιαστικά να ασφαλίσει κάποια αντικείμενα που έπεφταν. Τη σταμάτησα και τη ρώτησα τι ακριβώς συνέβαινε. Η πρώην χαμογελαστή και γλυκομίλητη κοπέλα είχε γίνει κατάχλωμη και είχε χά­σει τη φωνή της. Ο φόβος κυριαρχούσε στην έκφραση του προσώπου της, στα σφιγμένα δόντια και κορυφώνονχαν στα ματιά της.

Τη ρώτησα εάν είχαμε χάσει και τους δυο κινητήρες και απάντησε με νεύμα καταφατικά. «Και τώρα τι θα γίνει; Πώς θα το αντιμετωπίσουμε;», ξανα­ρώτησα. Έπαψε να με κοιτάζει στα μάτια, το βλέμμα της έγινε μακρινό, σαν να κοιτούσε το κενό, κινούσε το κεφάλι της δεξιά και αριστερά, ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα, σαν όλα να είχαν τελει­ώσει και έκανε να φύγει. Τη συγκράτη­σα έντονα από το χέρι φωνάζοντας «Πέφτουμε;» και εκείνη μου έγνεψε πολλές φορές καταφατικά, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη και έτρεξε να προσδεθεί πάλι στο κάθισμα της, κρατώντας σφιχτά το κεφάλι στα γόνατα. Πήραμε όλοι βα­θιά ανάσα και προσπαθούσαμε όσο το δυ­νατόν ψύχραιμα να συνειδητοποιήσουμε τα συμβαίνοντα.

Το πέπλο της μελαγχολίας έσκισε η δυνατή φωνή ενός ρασοφόρου: «Μην φοβάστε, αδελφοί μου, ας προσευχηθούμε, δεν θα αφήσει ο Θεός!». Οι ιερείς έβαλαν πετραχήλι και άρχισαν να διαβάζουν, κά­ποιοι λαϊκοί έλεγαν νοερά την Ευχή και οι υπόλοιποι χωρίστηκαν σε δυο ομάδες – τη δεξιά και την αριστερή πτέρυγα του θαλάμου των επιβατών – και άρχισαν δειλά να ψάλουν οι μεν την Παράκλη­ση της Παναγίας, οι δε τους Χαιρετι­σμούς. Αναθέσαμε την ελπίδα μας στον Θεό και αισθανθήκαμε πολύ καλύτερα ξελαφρώσαμε.

Οι αλλόθρησκοι επιβάτες, υπερβολικά φοβισμένοι σε σύγκριση μ’ εμάς, νόμι­ζαν ότι τραγουδούσαμε και μας κοίταζαν σαν να ήμασταν τρελοί. Η παρήγορη όμως αυτή ψυχική ανάταση διεκόπη λί­γο αργότερα, όταν έκανε ανακοίνωση με τρεμάμενη φωνή ο πιλότος: «όπως ήδη καταλάβατε, πριν από λίγη ώρα χάσαμε και το δεύτερο κινητήρα ανεφλέγη. Ρί­ξαμε τα καύσιμα και θα προσπαθήσουμε να επιστρέψουμε στο Μπεν Κουριόν (το αεροδρόμιο του Τελ Αβίβ), αλλά…» του ήρθε ένας κόμπος στον λαιμό και στα­μάτησε απότομα. Προς στιγμήν πάγωσε το αίμα μας. Όπως και να το κάνουμε, αλλιώς είναι να υποθέτεις βάσιμα πώς οδεύεις σε κάτι δυσάρεστο και αλλιώς είναι να σου το επιβεβαιώνουν επισήμως! Μετά τις πρώτες αμήχανες στιγμές, συνε­χίσαμε όλοι μαζί να προσευχόμαστε από το σημείο που είχαμε σταματήσει, άλλοι την Ευχή, άλλοι την Παράκληση, άλλοι τους Χαιρετισμούς. Μού έκανε εντύπωση ότι προσεύχονταν θερμά και όσοι έδειχναν στο παρελθόν να μην πιστεύουν…

Προσπάθησα να φερθώ ψύχραιμα σε σημείο που κατηγορήθηκα για αναισθησία. Εξήγησα ήρεμα, με την ελπίδα να δώσω κουράγιο και σε κάποιους που έκλαιγαν: «Κάποτε όλοι θα πεθάνουμε αυτό δεν αλλάζει. Τι μας μένει τότε; Το πόσα χρό­νια θα ζήσουμε και το πώς θα τα ζήσου­με. Όλοι μας θέλουμε να ζήσουμε πολλά χρόνια, εάν όμως ο Θεός αποφάσισε να πεθάνουμε σήμερα, ούτε αυτό αλλάζει· έξαλλου, δεν υπάρχει κάτι που να μπορούμε να κάνουμε ανθρωπίνως για να σωθούμε και δεν το κάνουμε. Άρα, εάν πάρουμε ως δεδομένο ότι σήμερα θα κληθούμε σε απολογία, τι πρέπει να μας ενδιαφέρει; Το σε ποιά κατάσταση βρίσκε­ται η ψυχή μας. Τώρα θα μού πείτε: «είμαι σε άσχημη κατάσταση, αλλά, εάν είχα και άλλα χρόνια, θα μετανοούσα!» Αυτή όμως η φιλοσοφική σκέψη δεν είναι της παρούσης, είναι μάλλον ένας ευσεβής πό­θος, γιατί είπαμε ότι παίρνουμε ως δεδομένο ότι παραδίδουμε σήμερα. Άρα τι μάς μένει να κάνουμε; Να προσευχηθούμε ειλικρινά και να ζητήσουμε με θερμή συγχώρεση των αμαρτιών μας. Όμως πρέπει να έχουμε την ελπίδα μας στο έλεος του Θεού, γιατί:

ο Θεός από την άπειρη αγάπη Του για εμάς, δεν θα επέτρεπε ποτέ να γίνει κάτι προς ζημία της ψυχής μας, δηλαδή, εάν μάς πάρει σήμερα, αυτό θα πει ότι θα μας πάρει στην καλύτερη στιγμή μας.

Οι περισσότεροι από εμάς εξομολογηθήκαμε και κοινωνήσαμε μόλις χθες στη εορτή της Παναγίας, άρα είμαστε κατά το δυνατόν έτοιμοι. σκεφθείτε να φεύγαμε εντελώς απροετοίμαστοι; Όσοι ήρθαμε εδώ, δεν ήρθαμε για τουρισμό αλλά για προσκύνημα· λέτε ο Κύριος και η Παναγία, που ήρθαμε στην εορτή Της, να μάς αφήσουν έτσι;

Οι αναταράξεις συνεχίζονταν πάλι έντονες. Ήμασταν χαμηλά, άρχισαν να διακρίνονται τα νησιά με τα χαρακτηριστικά τους και μακριά η στεριά. Ξαφνικά σηκώθηκε όρθιος ο ίδιος ρασοφόρος, που καθόταν μπροστά δεξιά και μάς είχε παροτρύνει να προσευχηθούμε – δεν γνωρίζω εάν ήταν μοναχός η Ιερομόναχος (θυμάμαι μόνο την ψηλόλιγνη μορφή του το ιλαρό του προσώπου και τη μακριά του γενειάδα) και είπε με δυνατή και γεμάτι σιγουριά φωνή και δακρυσμένα μάτια «Παιδιά μου, σάς παρακαλώ, πιστέψτε με βλέπω την Παναγία μας μπροστά μου θεόρατη και κρατάει το αεροπλάνο από την κοιλιά- θα σωθούμε, θα σωθούμε!» και ξεσπώντας σε δάκρυα: «ας προσευχηθούμε να την ευχαριστήσουμε».

Όλοι οι επιβάτες πήραμε κουράγιο και αρχίσαμε να ψέλνουμε, δυνατά αυτή τι φορά, χαρμόσυνα την Παράκληση. Μέχρι και οι αεροσυνοδοί κατάλαβαν από τι γλώσσα του σώματος ότι κάτι ευχάριστο συμβαίνει και αναθάρρεψαν κοιτώντας απορημένες.

Σε λίγη ώρα φάνηκαν καθαρά τα κτήρια του Τελ Αβίβ- ήμασταν ήδη πολύ χαμηλά. Έμεναν λίγες μόλις στιγμές… Άρχισαν να μπαίνουν λογισμοί αμφιβολίας στο μυ­αλό μου: «Άραγε η πρόσκρουση θα γίνει στη στεριά η θα πέσουμε στη θάλασσα;», μα προσπαθούσα να τους διώξω με την προσευχή: «Πιστεύω Κύριε, βοήθει μου τη απιστία. Γεννηθήτω το θέλημα Σου. Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ήμας.»

Σε λίγο φάνηκε το αεροδρόμιο. Ο διά­δρομος ήταν στρωμένος με αφρό και κα­τά μήκος του ήταν παρατεταγμένα πολλά νοσοκομειακά. Άλλο αεροπλάνο δεν φαι­νόταν, προφανώς μάς είχαν δώσει προ­τεραιότητα. Μας φάνηκε ότι κατεβαίνα­με με μεγάλη ταχύτητα σε σχέση με τις άλλες φορές, μάς χώριζαν λίγα μόλις μέ­τρα από το έδαφος. Όταν έγινε η επαφή, το αεροπλάνο σταμάτησε κατά θαυμαστό τρόπο σε μόλις 50 μέτρα, χωρίς κανένας μας να κινηθεί από τη θέση του, έστω και κατ’ ελάχιστον. Τουρμπίνες δεν είχε, για να τις θέσει σε ανάστροφη λειτουρ­γία, ώστε να φρενάρει, και το φρένο στις ρόδες θα έπρεπε να είναι πολύ απότομο – πράγμα πολύ επικίνδυνο – για να στα­ματήσουμε μόλις σε 50 μέτρα, και ακόμα και τότε θα έπρεπε λόγω αδράνειας να πεταχτούμε όλοι προς τα μπροστά! (Εδώ φρενάρει κανείς λίγο με το αυτοκίνητο και με μικρές ταχύτητες και το σώμα του πηγαίνει μπροστά). Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν έγινε. Το αεροπλάνο δεν σταμάτησε σύμφωνα με τους νόμους της φυσικής, αλλά σαν να εναποτέθηκε μα­λακά στο έδαφος!

Όλοι αρχίσαμε, γεμάτοι ανακούφιση,τα ευχαριστήρια: «Δόξα Σοι Κύριε», «Σε ευχαριστώ Παναγία μου», «Ας είναι ευλογημένο το Όνομα Σου, Κύριε».

Μόνο τις αεροσυνοδούς είχε πιάσει νευ­ρική κρίση. Για τουλάχιστον πέντε λεπτά η μία άνοιγε ένα γιαούρτι, έτρωγε μία κουταλιά, το πέταγε και έπαιρνε άλλο, η άλλη ανοιγόκλεινε συνεχώς κάποια μεταλλικά συρτάρια, η άλλη έτρεμε και χτυπούσαν τα δόντια της.

Μετά από λίγο αποβιβαστήκαμε και συνοδεία αστυνομικών, ιατρών και νο­σοκόμων πήγαμε σε ένα σαλόνι, όπου κάποιους προσπαθούσαν να τους συνε­φέρουν και στους υπόλοιπους πρόσφε­ραν ένα αναψυκτικό. Από την ένταση είχε στεγνώσει το στόμα μας, αλλά ποιος νοιαζόταν;

Ήμασταν ζωντανοί μόνο αυτό μετρούσε! Σε λίγο ήρθε άλλο αεροσκάφος να μάς πάει στην Αθήνα, όπου και φθάσα­με ασφαλώς. Βέβαια μάς περίμεναν δημο­σιογράφοι και κάμερες. Ένας φίλος μου τηλεφώνησε με αγωνία να δει εάν είμαι καλά, γιατί είδε ένα trailer στις πρωινές ειδήσεις μεγάλου καναλιού για την πτή­ση μας, αλλά μετά το θέμα αποσιωπήθηκε επιμελώς.

Από εκείνη τη στιγμή, όλοι μας χάσαμε το ενδιαφέρον μας για τις λεπτομέρειες. Δεν φώναζε κανείς, δεν διαμαρτύρονταν για την καθυστέρηση, για τις βαλίτσες, για τις δημοσίως εξομολογηθείσες βα­ριές αμαρτίες, για τίποτα. Βαδίζαμε στη γη, αλλά το μυαλό και η καρδιά μας ήταν γεμάτα ευγνωμοσύνη, κατά τη δύναμη του καθενός προσκολλημένα σε Εκείνον που μάς επιβεβαίωσε τόσο περίτρανα και πάλι την αγάπη Του. Ξέραμε ότι ζούσαμε μέσα στην πρόνοια του Θεού και αισθανόμασταν απέραντη χαρά και ανεκλάλητη ευγνωμοσύνη γι αυτό.

Και οι επόμενες ήμερες πέρασαν έτσι. Έβλεπα καθετί ως δημιούργημα του Θεού, το αγαπούσα και το θαύμαζα. Είχα πάψει να θυμώνω και να αναλώνομαι σε δευτερεύοντα πράγματα. Προσπαθούσα να ανταποκριθώ στην Αγάπη του Θεού με επιεική συμπεριφορά, μην κρίνοντας και, οπού μπορούσα, βοηθώντας τους άλλους. Δυστυχώς, μετά από μία περί­που εβδομάδα, ξαναμπήκα στή ρουτίνα τής καθημερινότητας. Ντρέπομαι που το αναφέρω, αλλά δεν κατάφερα να συγκρατήσω μέσα μου εκείνη την πρωτόγνωρη ειρήνη, την προσευχή, την ευγνωμοσύνη, την αγάπη.

Αυτά το πέρα για πέρα πραγματικό γε­γονός, με έκανε να βλέπω τα πράγματα λίγο διαφορετικά, να προσπαθώ να βγω από το καβούκι του εγωκεντρισμού μου και της παράλογης λογικής μας, που τα βάζει όλα σε κουτάκια και θέλει να τα εξηγεί με νόμους και κανόνες. Ο φόβος του τέλους επιχαχύνει τη συνειδητοποίηση των λαθών, ωθεί σε συναίσθηση…Η ευγνωμοσύνη που νοιώθει κανείς την άπειρη αγάπη Του Θεού μαλακώνει την καρδιά του, τόν λιώνει, τόν κάνει να αγαπάει διά του Θεού τους αδελφούς του και τηνν κτίση και παράλληλα φοβάται μήπως με κάποια πράξη του λυπήσει τον Θεό και χάσει αυτό που αρχίζει να γεύεται η καρδιά του και σκιρτά, αυτό που φτιάχτηκε να αναζητά η ψυχή του την διά της αγάπης δωρεάν παρεχόμενης ένωσης της με τόν Θεό.

(Αποφάσισα να γράψω αυτή τη μοναδική για μενα εμπειρία κατά παράκληση ενός αγαπητού αδελφού «προς δόξαν Θεού» και πνευματική τόνωση των αδελφών. Παρακαλώ, συγχωρέστε τον προσωπικό τόνο της διήγησης, αλλά ήθελα να αποδώσω τα γεγονότα και τα συναισθήματα ακριβώς, όπως τα ζήσαμε. Ευχαριστώ για την κατανόηση σας).
Πηγή: ΕΡΩ

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Ο ταπεινός Αγιος της Αίγινας, ο Αγιος Νεκτάριος ο θαυματουργός.







Γνωρίστε τον άγιο Νεκτάριο στα παιδιά σας



Ο άγιος Νεκτάριος ήταν Επίσκοπος (δεσπότης) Πενταπόλεως του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας

(Η ζωή του αγίου Νεκταρίου είναι γεμάτη θαυμαστά γεγονότα. Αναζητείστε την πλήρη βιογραφία του [μια ωραία λογοτεχνική παρουσίαση είναι το βιβλίο: Ο άγιος του αιώνα μας, του Σώτου Χοντροπούλου]. Τα θαύματά του πιάνουν βιβλία ολόκληρα. Εδώ μερικά ψίχουλα μόνο για δείγμα και κέντρισμα)

[1]
Κάποτε και ενώ ο Άγιος ήταν ακόμα Διευθυντής στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή, ένας δεκαοκτάχρονος μαθητής του, ο Νικόλας, είχε αρρωστήσει βαριά με ανίατη για την εποχή εκείνη ασθένεια.
- Βλέπετε, Σεβασμιώτατε, έλεγε στον Άγιο ο μαθητής του, το σχέδιο του Θεού είναι να πεθάνω!
Το βράδυ ο Άγιος λειτούργησε, προσευχήθηκε, έκανε αγρυπνία, παρακάλεσε τον Θεό, την Παναγία...
Την άλλη μέρα το μεσημέρι στο τραπέζι ανακοίνωσε στους μαθητές της Σχολής:
- Ο Νικόλας θα γίνει καλά!
Το βράδυ η Παναγία είχε παρουσιαστεί στον ύπνο του Αγίου και του είχε αναγγείλει τη θεραπεία του παιδιού.
Πράγματι, από το βράδυ κιόλας της ίδιας ημέρας, παρόλο που οι γιατροί δεν έδιναν ελπίδες ζωής στο νεαρό μαθητή του Αγίου, αυτός άρχισε να γίνεται καλύτερα και σε λίγα χρόνια μάλιστα, έλαβε το αξίωμα της Ιερωσύνης από τα ίδια τα χέρια του Αγίου.

[2]
Ο Δεσπότης (ο άγιος Νεκτάριος) ήταν άγιος από ζωντανός. Ένα πρωί, ήρθε μια πλουσιότατη οικογένεια από τις Κυκλάδες. Οι γονιοί κι ένα κορίτσι. Τη μικρή την είχαν πάει στην Αγγλία. Την εξέτασαν οι γιατροί και είπαν ότι άμα γίνει δεκατριών χρονών θα πεθάνει. Το λοιπόν, ξαναπήγαν το παιδί στην Αγγλία, για δεύτερη φορά. Τίποτα. Ήρθαν και πάλι άπρακτοι στο νησί τους. Τότε η μάνα του παιδιού είδε στον ύπνο της το Δεσπότη τον Άγιο Νεκτάριο. Της είπε:
- Παντού το πήγατε το παιδί, παντού το γυρίσατε. Φέρτε το και στο σπίτι μου, στην Αίγινα. Με λένε Νεκτάριο. Μην το ταλαιπωρείτε. Αυτό είναι όπως το γέννησες, ολόκαλο!...
Γι αυτό ήρθαν στην Αίγινα. Τους πήγα στο μοναστήρι. Κάνανε λειτουργία και κοινωνήσανε από το Δεσπότη (δηλ. από τον άγιο Νεκτάριο) . Εκείνος το σταύρωσε και τους είπε ότι ο Θεός θα το κάνει καλά. Φύγανε οι άνθρωποι. Ύστερα από λίγο καιρό, νά σου κι ήρθανε πάλι. Το κορίτσι τους ήταν πεντάγερο. Με βρήκανε στην αγορά και σαλτάραν (ανέβηκαν) πάνω στην καρότσα να τους πάω στο μοναστήρι. Κάνανε πάλι λειτουργία. Κλαίγανε και γελούσανε μαζί, απ’ τη χαρά τους. Ο Δεσπότης το θεράπευσε το παιδί.

[3]
 (Από διήγηση αυτόπτη μάρτυρα)
Αμέτρητα θαύματα γίνονταν από τότε (όταν ζούσε). Δαιμονισμένοι λυτρώνονταν, άρρωστοι θεραπεύονταν, χίλια δυο. Τα μαθαίναμε όλοι οι Αιγινήτες και σταυροκοπιόμασταν. Πολλά, πολλά... Μόνο που τον έβλεπες, αισθανόσουνα πως ήταν θαυματουργός. Γαλήνια η μορφή του. Πράος, γλυκός. Άνθρωπος με πνεύμα Θεού.
...Τρέχω κάποτε στο κελί του Αγίου. Μόλις μπήκα στην τραπεζαρία του, βλέπω την εσωτερική πόρτα ανοιχτή. Αυτό που αντίκρυσα στη συνέχεια - όπως θα καταλάβετε με άφησε άναυδη. Με γέμισε θαυμασμό. Ο Άγιος δεν πατούσε στο πάτωμα! Στεκότανε στον αέρα, δύο σπιθαμές πάνω από το έδαφος! Τα χέρια του ήσαν υψωμένα προς το εικονοστάσιο του, στην Παναγία και προσευχόταν. Το πρόσωπό του είχε υποστεί μιαν αλλοίωση. Πρόσωπο Αγίου. Όταν είδα αυτό το θαύμα, συγκινήθηκα βαθύτατα...

[4]
...Όταν γύρισα το 1920 από τη Μικρασιατική οπισθοχώρηση, έμαθα πως λίγες ημέρες πριν, μια φτωχειά γυναίκα πήγε ξυπόλητη στο μοναστήρι. Μόλις την είδε ο Άγιος, έβγαλε τις παντόφλες του και τις έδωσε. Ύστερα από λίγο, πήγε μα άλλη φτωχειά που πείναγε. Λέει τότε ο Άγιος στις Γερόντισσες:
- Δώστε της να φάει.
- Δεν έχουμε τίποτα, Σεβασμιώτατε, εκτός από λιγοστό ψωμάκι.
- Να το δώσετε αμέσως, τους είπε ... κι έχει ο Θεός!...
Το άλλο πρωί, νά ’σου ένας πλούσιος με δύο γαϊδουράκια, φορτωμένα ρύζι, ζάχαρη, μακαρόνια, αλεύρι. Δωρεά στη μονή. Το ξέρω, γιατί βοήθησα στο ξεφόρτωμα. Θυμάμαι, γύρισε ο Άγιος εκείνη τη στιγμή και λέει με σημασία στην ηγουμένη:
-Γερόντισσα, έχει ο Θεός!... Κι έκανε το σταυρό του.

[5]
... Άλλη μια φορά, πήγανε χωρικοί από τον Κοντό και του είπαν ότι με την ανομβρία θα πάθουνε πολλές ζημιές. Ο Άγιος έκανε δέηση και άρχισε αμέσως δυνατή βροχή! Τα θυμάμαι πολύ καλά.
Τι ευλογία, γιαγιά, να ζήσει στο νησί σας ο Άγιος Νεκτάριος!...

[6]
(Διηγείται κάποιος στρατιώτης του 1940)
«Είμαι Πειραιώτης. Μόλις επέστρεψα από το αλβανικό μέτωπο. Κινδύνεψα. Δίπλα μου ακριβώς, έπεσε μια οβίδα. Άνοιξε ολόκληρο πηγάδι. Εκείνη τη στιγμή, έρχεται αστραπιαία ένας παπάς - πού βρέθηκε; - και μου δίνει μια γερή σπρωξιά. Μ΄ έριξε στο χώμα, σε κατεύθυνση αντίθετη από την οβίδα. Γλίτωσα, κυριολεκτικά από θαύμα.
Όταν γύρισα στο Πειραιά, άρχισα να ρωτώ γνωστούς παπάδες και να κοιτάζω φωτογραφίες ιερωμένων, για να βρω τον παπά που μ’ έσωσε. Εκείνος, μόλις μ’ έσπρωξε, εξαφανίστηκε. Ταραγμένος όπως ήμουν, ούτε που μου ’κοψε να τον αναζητήσω εκείνη τη στιγμή.
Ανάμεσα στις φωτογραφίες που μου δείξανε, ήταν και μια του αγίου Νεκταρίου.
- Αυτός είναι! φώναξα ανατριχιασμένος. Γι’ αυτό έρχομαι στο μοναστήρι. Ήθελα κι εγώ κάτι να προσφέρω στο μοναστήρι του. Ρώτησα κι έμαθα ότι έσπασαν τα κεραμίδια τους και δεν είχαν χρήματα οι μοναχές να τα επισκευάσουν. Ανέλαβα εγώ. Θα τα κάνω καινούργια απ' την αρχή. Γι’ αυτό πηγαίνω. Είναι η δεύτερη φορά. Όταν πρωτοπήγα, με υποδέχτηκαν οι μοναχές, δίχως να με γνωρίζουν.
- Ήρθατε για τα κεραμίδια; με ρώτησαν!
Τα ’χασα. Δεν είχα πει τίποτα σε κανένα. Βλέποντας την απορία μου, μου είπαν: « Ήρθε χτες βράδυ χαρούμενος ο Δεσπότης μας (δηλ. ο άγιος Νεκτάριος) και μας το είπε!...
Αυτά μου διηγήθηκε το παλικάρι. Ανεβήκαμε όλοι μαζί στο μοναστήρι. Πήγα στον τάφο, γονάτισα κι άρχισα να κλαίω με λυγμούς. Εκείνη τη στιγμή μια υπέροχη μυρωδιά γιασεμιού απλώθηκε. Άρχισα να ψάχνω μέσα στην αυλή την κρεβατίνα με το γιασεμί. Η Γερόντισσα Παρασκευή με ρώτησε τι ψάχνω. Όταν της εξήγησα, μου είπε:
- Δεν έχουμε γιασεμί στο μοναστήρι. Ούτε βασιλικό. Σε υποδέχτηκε ο Άγιος, παιδί μου!
Από τότε πίστεψα πιο δυνατά στη χάρη του.

[7]
 (Από τον καιρό της κατοχής)
…Άκου δω. Παντού γίνανε του κόσμου τα εγκλήματα. Κάψανε (οι Γερμανοί) τα Καλάβρυτα, κάψαν τα χωριά όλα. Εδώ, δεν ράγισε ούτε πέτρα. Δεν άνοιξε μύτη. Για τη χάρη του Αγίου. Μιλώ για την Κατοχή. Ο γερμανός διοικητής Αθηνών, έλεγε ότι άμα περνάγανε τ΄ αεροπλάνα τους και πήγαιναν στην Κρήτη, δεν βλέπανε την Αίγινα. Ούτε καταχνιά ήταν, ούτε τίποτα. Κι όμως! Αίγινα πουθενά. Τη σκέπαζε ο Άγιος. Από τον καιρό που ήρθε ο Άγιος στον τόπο μας, πάμε από το καλό στο καλύτερο…

[8]
     Η υγεία του Αγίου ήταν πάντα εύθραυστη. Από τις αρχές του 1919 η πάθηση του προστάτη άρχισε να επιδεινώνεται. Μετά από παράκληση των μοναχών εισάγεται στις 20 Σεπτεμβρίου στο Αρεταίειο Νοσοκομείο των Αθηνών, όπου νοσηλεύτηκε για πενήντα ημέρες. Την Κυριακή 8 Νοεμβρίου του 1920, προς το μεσονύκτιο παρέδωσε πλήρης ουρανίου γαλήνης τη μακαρία ψυχή του στα χέρια του ζώντος Θεού, τον οποίο αγάπησε από τη νεότητά του και τον εδόξασε σε όλη του τη ζωή, σε ηλικία 74 ετών. Το τίμιο λείψανο του Αγίου ευωδίαζε και ευωδιαστό μύρον ανάβλυζε από το πρόσωπό του. Αυθημερόν μεταφέρθηκε στην Αίγινα, στο μοναστηράκι του, εψάλη με μεγάλο πλήθος κλήρου και λαού η εξόδιος ακολουθία και ετάφη.
Στο θάλαμο 2 του δεύτερου ορόφου, εκεί στο Αρεταίειο, όπου ο Άγιος Νεκτάριος άφησε την τελευταία του πνοή, καίει σήμερα διαρκώς ένα καντήλι μπρος στην πάνσεπτη εικόνα του.
Καθημερινά περνούν από κει πλήθος πιστών, κυρίως αρρώστων, οι οποίοι στέκονται για λίγο και νοερά αφήνουν τους στεναγμούς της καρδιάς τους, σαν μια θερμή ικεσία προς τον φιλάνθρωπο άγιο. Και κείνος φαίνεται να τους ακούει  Τους δίνει κουράγιο με το ιλαρό του βλέμμα και ενισχύει την πίστη τους. Τους θυμίζει ότι και ο ίδιος πόνεσε ψυχικά και σωματικά, αλλά ενισχυόταν πάντα από την αδιάκοπη επαφή του με τον Θεό.
Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1953 έγινε η ανακομιδή των χαριτόβρυτων λειψάνων του από τον Μητροπολίτη Ύδρας Προκόπιο, παρισταμένων και άλλων κληρικών, μοναχών και πλήθους λαού. Μια άρρητη ευωδία πλημμύρισε την περιοχή. Το 1961 έγινε η επίσημη αναγνώριση του Αγίου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

[9]
Και μια ιστορία για τους γονείς, για να προσέχουμε να μη φωνάζουμε πολύ τα παιδιά μας, να μην τα βρίζουμε και ιδίως ποτέ να μην τα καταριούμαστε.
(Από το βιβλίο «Ο ΑΓΙΟΣ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ ΜΑΣ- ΟΣΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΚΕΦΑΛΑΣ» του Σώτου Χονδρόπουλου)
O υμνογράφος σε κάποιο από τα απολυτίκια της ακο­λουθίας έγραψε: «Δόξα τω εν εσχάτοις τοις καιροίς λαμπρώς σε αγιάσαντα».
Πραγματικά από το πρώτο εκείνο σημάδι της φανέλλας με τον παράλυτο στο Αρεταίειο o Θεός παραχώρησε στο λαό μια αδιάκοπη θαυματουργική παρουσία τού διαλεκτού Του κληρικού, του πάλαι ποτέ Πενταπόλεως (σημ. Αμέσως με την κοίμηση του αγίου Νεκταρίου, βγάζοντας τη φανέλλα του οι συνοδοί του για να τον ντύσουν για την εξόδιο ακολουθία, την ακούμπησαν απρόσεκτα στο διπλανό κρεβάτι, όπου ήταν ένας παράλυτος. Με το που ακούμπησε πάνω του η φανέλλα του Αγίου, ο άρρωστος σηκώθηκε αμέσως υγιής). Παραχώρησε έναν ευλογημένο και καλόβολο νεοφανή μεσίτη, έναν συμ­παραστάτη παρηγορητή, έναν θεραπευτή στις ανίατες αρ­ρώστιες.
Πολλοί από τους ορθόδοξους Έλληνες, που θανατοκρύωναν και πονούσαν με φρικτούς πόνους κι έπασχαν απελπισμένοι από ανίατες αρρώστιες, όπου κι αν βρίσκονταν, σε οποιαδήποτε ακροτοπιά της γης, σε ώρες «έσχατης απελπισίας», έβλεπαν ολοζώντανο ένα γέροντα καλόγερο με σκούφο να τους χαμογελά απαλά, να τους παρηγορεί και να τους βεβαιώνει ότι θα γίνονταν πάλι καλά, ότι o Θεός δεν θα τους εγκατέλειπε, παρά να ’χουν πίστη και υπομονή.
- Ποιος είσαι του λόγου σου, Παππούλη; αναρωτούσαν μέσα σε έκσταση.
- Είμαι o πρώην Πενταπόλεως, o Νεκτάριος της Αιγίνης, αποκρινόταν και χανόταν.
Δεν χρειάζεται ν' αναφέρουμε πρόσωπα και πράγματα και ειδικές «επιμέρους» περιπτώσεις.
Έχουν άλλωστε γραφτεί ολόκληρα βιβλία για τα σημεία και τα θαύματα, πολύ περισσότερο για την απελευθέρωση δαιμονισμένων. Έχουν γραφτεί και εξακολουθούν να γράφονται εφόσον συνεχίζον­ται οι καταπληκτικές τούτες ευεργεσίες.
Αξίζει όμως ν' αφηγηθούμε με κάποια συντομία εδώ την ιστορία μιας δαιμονισμένης κοπέλλας από τον Πειραιά, της Αικατερίνης Κράκαρη, που υπόφερε χρόνια και χρόνια από το φοβερό δαιμόνιο κι έγινε κατόπι καλόγρια στα 1917 και ονομάστηκε Παρθενία έξω από το μοναστήρι της Αίγινας, χωρίς τότε να γιατρευτεί. Αυτή επισκέφτηκε με τα ράσα τον άγιο γέροντα στα 1919, ένα χρόνο προτού κοιμηθεί, κι όταν της διάβασε την ευχή, ταράχτηκε η ψυχή του.
- Την βασανίζει ένα από τα πιο φοβερά δαιμόνια... πρόφεραν τότε τα χείλη του.
Σχεδόν πολλοί από τους επιζώντες παλιοί Πειραιώτες, σίγουρα θα θυμούνται τον επιστάτη στο Γυμνάσιο της πλατείας, τον Μάρκο Κράκαρη, που κατοικούσε δωρεάν σε κάτι επί τούτου εκεί καμαράκια. Είχε λοιπόν αυτός μια θυγατέρα σαν το κρύο νερό που την έλεγαν Κατερίνα. Από μικρή, όσοι την έβλεπαν, προφήτευαν ότι σαν μεγαλώσει θα κάψει καρδιές, θα γίνει μεγάλη και τρανή, γυναίκα άρχοντα, τέτοια ήταν η δύναμη της ομορφιάς της. Αλλά o πατέρας της o επιστάτης ήταν λιγάκι απρόσεκτος στη ζωή του, ήταν βλάστημος, βλαστημούσε και τα Θεία και σε μια ώρα οργής, που έστειλε στο δαίμονα την κόρη του, ευθύς αυτή άλλαξε όψη, μελάνιασε, μούγκρισε σα μοσχάρι, έπεσε χάμου και χτυπιόταν. Από τότε έγινε αιχμάλωτη ενός αμείλικτου και φοβερού δαιμόνιου.
- Τρία είμαστε, ομολόγησε αυτό το ίδιο το δαιμόνιο μια μέρα σ' ένα σεβάσμιο γέροντα εξομολόγο, που διάβαζε τους εξορκισμούς. Το ένα είναι μακριά στην Κίνα, το άλλο πιλατεύει τη Ρωσία και το τρίτο σου κουβεντιάζει...
Φόβος, τρόμος και καημός έπεσε στο φτωχόσπιτο τού Πειραιά. Τρεις χειροδύναμοι άνδρες και o πατέρας δεν κατάφερναν να φέρουν σε λογαριασμό αυτή τη δεκαεξάχρονη τότε κοπέλλα, όταν την έπιανε η μανία της καταστροφής. Χρειαζόταν να τη δένουν σφιχτά, να την επιτηρούν, να μη φεύγουν λεπτό από σιμά της.
Και προτού γίνει καλόγρια, όλο την έταζαν στο Θεό, όλο την έτρεχαν σε κατανυκτικές ολονυκτίες. Το γκρεμισμένο πια εκκλησάκι της παλιάς Στρατώνας, στο Μοναστηράκι της Αθήνας, o άγιος Ελισαίος, όπου λειτουργούσε ένας άλλος κληρικός του Θεού, o παπα-Νικόλας o Πλανάς (σήμερα επί­σημα αναγνωρισμένος Άγιος της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας) κι έψελναν οι δυο ταπεινοί και συνάμα μεγάλοι κολλυβάδες, o Μωραϊτίδης κι o Παπαδιαμάντης, άπειρες φορές φιλοξενούσε την παρουσία της, άκουγε τις φοβερές βλα-στήμιες που τόξευε από το στόμα της το φοβερό τριμέτωπο δαιμόνιο. Άλλοτε γρύλιζε σα γουρούνι, άλλοτε γκάριζε σα γάιδαρος και μόνο στην ιερή ώρα της «μετουσιώσεως των Θείων Δώρων» λούφαζε και χανόταν.
Στις τόσες και τόσες τυραγνίες που κατά καιρούς υπόφερε η ίδια και οι δικοί της ήρθε και κάποιος Αρχιμανδρίτης από την Αίγυπτο, επαγγελματίας κληρικός, που λειτουργούσε μηχανικά κι εκτελούσε δίχως πίστη, κατανόηση, δίχως συντριβή την φοβερή αναίμακτο Θυσία. Απομακρυσμένος από την Άγια χάρη, ζώντας μέσα στον παροδικό και πλάνο κόσμο και τη λάμψη του, νόμιζε πως η πίστη στο Χριστό Σωτήρα ήταν μια πίστη σε συμβολική θρησκεία σαν όλες τις ανθρώπινες θρησκείες. Κι έτσι ακολουθούσε την αποστολή του σαν υπάλληλος ενός οργανισμού. Όπου σαν βρέθηκε για υποθέσεις του στην Αθήνα κι άκουσε να λένε για την κοπέλλα του Πειραιά και για τις μαντείες που τόξευε κάπου-κάπου το δαιμόνιο, χαμογέλασε επιτιμητικά.
- Δεν κυκλοφορούν δαιμόνια σήμερα, δήλωσε. Η κοπέλλα φαίνεται πάσχει από σχιζοφρένεια.
Είναι χαρακτηριστικό πως όσοι απομακρύνονται από το Θεό, αρνούνται και το διάβολο, δεν πιστεύουν εύκολα στην ύπαρξή του.
- Το και το, επέμεναν μερικοί γνωστοί και φίλοι του. Όπου ένα δειλινό κατέβηκε o καλός σου στον Πειραιά, κατέβηκε με τα φρεσκοσιδερωμένα του ράσα, ροδοκόκκινος, καταγεμάτος υγεία, πήρε αμάξι κι έφτασε καταμπροστά στο Γυμνάσιο της πλατείας.
Στο μεταξύ κι ώσπου να φθάσει ίσαμε την εξώθυρά τους, η δαιμονόπληκτη Κατερίνα, περιορισμένη σε κάποια γωνιά του σπιτιού, πληροφορούσε με χλευαστική διάθεση την πορεία του, την από στιγμή σε στιγμή άφιξη του.
- Χμ, το πουλάκι μου, ανάκραζε κάθε τόσο. Έρχεται o Αλεξανδρινός ρασοφόρος. Τώρα βρίσκεται στην Ομόνοια... τώρα βγάζει εισιτήριο στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο... τώρα φτάνει κορδωμένος στην πρώτη θέση, στο Φάληρο... Να τον, το πουλάκι μου, σηκώθηκε, βγαίνει με τον κόσμο έξω στην πλατεία. Για ιδές τον, ψάχνει για αμάξι... Μωρέ γλέντι που έχω να κάνω!.. Θα σου τον συγυρίσω μια χαρά...
Οι δικοί της που γνώριζαν τη μαντική δύναμη του δαιμόνιου, κατάλαβαν ότι κάποιος επρόκειτο να τους επισκεφθεί.· Έφτασε λοιπόν, ζήτησε τον πατέρα της άρρωστης, είπε τ' όνομά του, τον τίτλο του, το σκοπό του. Τον δέχτηκαν ευθύς αμέσως. Σαν κληρικό σταυροφόρο, ευχαρίστως τον οδήγησαν εκεί που την είχαν περιορισμένη.
Η κοπέλλα στην αρχή βλοσυρή, με αινιγματικό ύφος, ύστερα πιο μαλακωμένη, τον έβλεπε και σώπαινε. Πιο έπειτα χασκογελούσε. Σε λίγο έπιασε να τον κοροϊδεύει.
- Παπαδάκο μου, τι όμορφος και τσαχπίνης που δείχνεις...
Την παρατηρούσε, την περιεργαζόταν «αφ' υψηλού», υπερβέβαιος για το αλάνθαστο της σκέψης του. Έ, βλέπεις, σήμερα η επιστήμη...
- Περίεργο, φαίνεται εντελώς καλά... ψιθύρισαν τα χείλη του. Φυσικά, όταν έρχεται η κρίσις...
Ξάφνου ζύγωσε κοντά του, άπλωσε το χέρι της με οικειότητα στο στήθος του κι έβγαλε από το κρυφό τσεπάκι το ρολόι του.
- Το νου σας, πάτερ, φώναξε η μητέρα της. Θα σάς το σπάσει...
- Μπα, πως θα το σπάσει.. Έτσι δα σπάζουν το ατσάλι;
Δεν πρόφτασε ν' αποτελειώσει τη φράση του κι ακούστηκε ένα «κρακ» και το ρολόι έγινε τέσσαρα κομμάτια. Σηκώθηκε τρομαγμένος. Μα στο μεταξύ τα χέρια της άρρωστης γυρόφερναν το λαιμό του, έσφιγγαν την αλυσίδα από κάποιον χρυσό σταυρό που κρεμόταν στο στήθος του και τα χείλη της σα να πετούσαν φλόγες. Έλεγε φοβερά κι ανομολόγητα:
- Βρε παλιάνθρωπε, ρυπαρέ, σκουλήκι, εσύ δεν είσαι που δεν άφησες απείραχτη γυναίκα, απείραχτο κορίτσι στην Αλεξάνδρεια; Τολμάς να υποστηρίζεις ότι δεν υπάρχω; Θα αραδιάσω όλα τα ωραία που έπραξες σαν ρασοφόρος θεομπαίχτης... Δεν έκανες την τάδε ημερομηνία εκείνο, ...δεν σκάρωσες κάπου στο Κάφρ-Ζαγιάτ το άλλο...
O Αρχιμανδρίτης από την Αίγυπτο δεν άντεξε. Σωριάστηκε σύγκορμος χάμου. Έτρεξαν, φώναξαν, κάλεσαν βοήθεια και τον πήραν σηκωτό από την καμαρούλα, ενώ η άρρωστη συνέχισε να λέει, να λέει...
Και κάθε τόσο μούγκριζε σα θηρίο του δρυμού.
Στο μεταξύ μεσολάβησε η προχείρισή της σε μοναχή και η επίσκεψή της στα 1919 στην Αίγινα, ζώντος τού Αγίου. Το δαιμόνιο έδειχνε πως την είχε αφήσει, λούφαζε μέσα της κι αποκοιμόταν. Μα κει που ήταν έτοιμοι να χαρούν να πανηγυρίσουν, να σου και πάλι φανερωνόταν ύπουλο και δόλιο.
Τέλος κάποια μέρα, σε κάποια κατανυκτική ολονυκτία που την έφεραν με συνοδεία και παρακάλεσαν από τα φυλλοκάρδια τους να τους λυπηθεί o Θεός και να την ελευθερώσει η να την ξεσηκώσει, να την πάρει, να γλιτώσουν φτωχοί βιοπαλαιστές από τέτοια δοκιμασία, άνοιξε ξαφνικά το στόμα της και πέταξε κάτι το σημαδιακό αλλά δυσνόητο.
- Άδικα με κουκουλώνετε με ράσα και με κουβαλάτε στις εκκλησίες. Τίποτα δεν κάνετε. Είμαι πολύ δυνατός, κανείς δεν μπορεί απ' αυτούς να με βγάλει... Ένας μόνο μπορεί να με βγάλει ο νυχάς.
Κατάπληξη και σιγή απλώθηκε τριγύρω.
- Ποιος να ταν άραγε αυτός o νυχάς, ποιόν εννοούσε τάχα; αναρωτήθηκαν οι συγγενείς και φίλοι. Χμ, μυστήριο...
Τέλος, όταν κοιμήθηκε o γέροντας της Αίγινας και διαδόθηκαν τα θαύματα που έκανε ειδικά σε δαιμονισμένους, αποφάσισαν να ξαναπροβούν πάλι σε μια προσπάθεια και να τη φέρουν στον ιερό του τάφο. Την ξεσήκωσαν, την πήραν, την έσυραν στο βαπόρι, την τράβηξαν στο μοναστήρι με συνοδεία πέντε άνδρες συγγενείς και οκτώ γυναίκες.
Είδαν κι έπαθαν ώσαμε να την ανεβάσουν. Παρά τόσο να τους γκρεμοτσακίσει στις ανηφοριές, παρά κάτι να τους διαλύσει και να πέσει να σκοτωθεί.
- O νυχάς, ούρλιαζε, μόλις έφθασαν σιμά στον ιερό τάφο. O νυχάς... ου τρομάρα μου, ξεπερνάει τον Καψάλη της Κεφαλλονιάς (τον άγιο Γεράσιμο). Αυτός βλέπεις είναι και Δεσπότης...
Τέλος, την επαύριο, μετά την ακολουθία της θείας Λειτουργίας κι αφού την άλειψαν με λάδι σε σχήμα σταυρού από το ακοίμητο καντήλι του τάφου, έπεσε χάμου, σπάραξε, έβγαζε συνέχεια αφρούς από το στόμα και σχεδόν στράγγισε, έγινε κατακίτρινη, σαν νεκρή. Σε μισή ώρα όμως άνοιξε τα μάτια και ψιθύρισε:
- Αχ, πού βρίσκομαι; Θεέ μου, λευτερώθηκα!...
Όπως αποκαλύφθηκε πιο έπειτα, το δαιμόνιο αποκαλούσε τον άγιο Νεκτάριο, ιδρυτή της Μονής, νυχά, γιατί μια και δεν είχε λειώσει ακόμα το κορμί του, στα κεχριμπαρένια χέρια του, στα ισχνά κρινοδάχτυλά του, μεγάλωσαν κάπως τα νύχια του.
Ήταν άνοιξη, Απρίλης του 1926. Ζήτησε κι αφιερώθηκε στο μοναστήρι σαν καλόγρια κι αργότερα έγινε και μεγαλόσχημη. Η τακτική μελέτη που έκανε στα ιερά κείμενα και η βαθύτατη ευλάβειά της άφησε εποχή. Δούλεψε ώσαμε τα τελευταία της εκεί στο κοινόβιο (Σεπτέμβρης 1968) σαν γραμματέας και πρακτικογράφος. O στρωτός καλλιγραφικός της χαρακτήρας σώζεται μέχρι σήμερα στο βιβλίο Πρακτικών της Μονής.
[Στα δέκα χρόνια ξανάνοιξαν πάλι τον τάφο, ξανασήκωσαν από το φέρετρο το καπάκι και o νεκρός ήταν πάντα ανέπαφος. Ήρεμος, γαλήνιος, κοιμόταν λαφριά και σκορπούσε τριγύρω ευωδία! Μόνο στα είκοσι χρόνια από την κοίμηση του o Θεός επέτρεψε τη διάλυση του κορμιού, όπως έγινε και σε πολλούς άλλους όσιους και την «κατ' άνθρωπον» κατάλειψη των οστών (για να μοιραστούν δηλ. στους ανθρώπους σε όλον τον κόσμο). Όμως η ευωδία ήταν διάχυτη ανάμεσα τους και απόμεινε για πάντα].
Άγιε Ιεράρχα του Χριστού Νεκτάριε, ολοζώντανε άγιε του καιρού μας, πρέσβευε υπέρ πάντων ημών.
Αντιγραφή-επιμέλεια-διασκευή: antiyli.gr@gmail.com
π.Δημήτριος Μπόκος 




 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Ελάτη



Ιερά Μονή Δοχειαρίου


Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου



Ιερά Μονή Οσίου Δαβίδ